lexiko-gr.com Δωρεάν ηλεκτρονικό λεξικό γλώσσα.

Κατάλογος των μεταφράσεων: άνοστος

Λεξικό:
αγγλικά
Μεταφράσεις:
airsickness, bland, blandness, cloying, insipid, nauseating, nauseous, queasy, sapless, sickly, soupy, toneless, vapid
άνοστος
Λεξικό:
τσεχική
Μεταφράσεις:
fádní, mdlý, nemastný, nudný, sladký
Λεξικό:
γερμανικά
Μεταφράσεις:
fad, fade, schal, stumpf
Λεξικό:
δανική
Μεταφράσεις:
kvalm
Λεξικό:
ισπανικά
Μεταφράσεις:
desabrido, empalagoso, insípido, insulso, nauseabundo, pálido, soso
Λεξικό:
γαλλικά
Μεταφράσεις:
douceâtre, fadasse, fade, insipide, terne
Λεξικό:
ιταλικά
Μεταφράσεις:
insipido, insulso
Λεξικό:
νορβηγικά
Μεταφράσεις:
flau, kvalm
Λεξικό:
ρωσικά
Μεταφράσεις:
безвкусный, приторный, тошнотворный, тошнотный, тошный
Λεξικό:
σουηδικά
Μεταφράσεις:
fadd, kvalm
Λεξικό:
φινλανδικά
Μεταφράσεις:
hengetön, laimea, lattea
Λεξικό:
ουγγρική
Μεταφράσεις:
hánytató, íztelen
Λεξικό:
πορτογαλικά
Μεταφράσεις:
desabrido, insípido, nauseabundo, pálido
Λεξικό:
πολωνική
Μεταφράσεις:
mdły

Σχετικές λέξεις

άγνωστος συνωνυμα