lexiko-gr.com Δωρεάν ηλεκτρονικό λεξικό γλώσσα.

Κατάλογος των μεταφράσεων: άσχημος

Λεξικό:
αγγλικά
Μεταφράσεις:
dirty, favoured, frumpish, frumpy, homely, ill-favoured, ugly, unsightly, dreadful, messy, nasty, naughty, sordid, sticky, wretched, angrier, angry, bad, cross, damaged, evil, fenced, horrible, ignoble, ill-tempered, malicious, malign, malignant, misdeed, misguided, naught, nought, parlous, poor, rancorous, severe, stuffy, vicious, villainous, virulent, wicked, worse, worst, wrong, wrongful, wroth
άσχημος
Λεξικό:
τσεχική
Μεταφράσεις:
hrozný, nehezký, odporný, ohavný, ohyzdný, ošklivý, šeredný, škaredý, sprostý, nepěkný, hanebný, mrzký, nehodný, neposlušný, rozhněvaný, rozzlobený, škodlivý, škodolibý, špatně, špatný, zle, zlo, zlobný, zlomyslný, zlověstný, zlý
Λεξικό:
γερμανικά
Μεταφράσεις:
garstig, hässlich, mies, unschön, böse, scheußlich, arg, bissig, bös, erzürnt, falsch, fehlerhaft, schlecht, schlimm, übel, überzüge, zorn
Λεξικό:
δανική
Μεταφράσεις:
fæl, ful, grim, stygge, afskyelig, hellig, arg, bister, dårlig, forkert, gal, galen, grusom, ilde, olm, ond, ondt, slem, slet, truende, ukorrekt, uskikkelig, vred
Λεξικό:
ισπανικά
Μεταφράσεις:
deforme, disforme, feo, odioso, airado, dañado, enemigo, enfadado, erróneo, furioso, incorrecto, infernal, malévolo, malo, malvado, vicioso
Λεξικό:
γαλλικά
Μεταφράσεις:
laid, moche, détestable, vilain, contrefait, difforme, malotru, fâché, mal, maléfique, mauvais, méchant, moitié, rosse, vexé
Λεξικό:
ιταλικά
Μεταφράσεις:
brutto, disgustoso, cattivo, errato, mal, male, maligno, malizioso, malvagio, peccaminoso, sbagliato, scadente
Λεξικό:
νορβηγικά
Μεταφράσεις:
fæl, ful, heslig, smussig, stygg, avskyelig, vanskapt, arg, bister, dårlig, gal, galen, harmfull, ille, ilsken, morsk, olm, ond, ondt, oppbrakt, sint, skurkaktig, slem, slett, uskikkelig, vond, vred
Λεξικό:
ρωσικά
Μεταφράσεις:
безобразен, безобразный, некрасивый, уродлив, уродливый, мерзкий, паскудный, скверный, дурен, дурной, злой, плохой, сердитый
Λεξικό:
σουηδικά
Μεταφράσεις:
ful, ohygglig, oskön, ryslig, smutsig, stygg, usel, vanskapt, arg, bister, bovaktig, dålig, dårlig, elak, förtretad, gal, galen, harmfull, illa, ilsken, morsk, olm, ond, ont, sint, skurkaktig, vred
Λεξικό:
λευκορωσίας
Μεταφράσεις:
агідны, брыдкі, выродлівы, гадкі, нязграбны, пачварны, дрэнны, паганы, паскудны, благi, благі, злы, кепскі, ліхі
Λεξικό:
φινλανδικά
Μεταφράσεις:
ilkeä, ruma, huono, ilkeämielinen, katala, kiukkuinen, kurja, paha, vihainen
Λεξικό:
κροατικά
Μεταφράσεις:
ružan, loš, zao
Λεξικό:
ουγγρική
Μεταφράσεις:
csúf, csúnya, ronda, ocsmány, rút, gonosz, rossz, rosszul
Λεξικό:
πορτογαλικά
Μεταφράσεις:
disforme, efe, feio, odioso, erróneo, incorrecto, maléfico, malévolo, malicioso, malvado, mau, mirado, mordedor, perverso, ruim, sinistro, vicioso
Λεξικό:
ρουμανική
Μεταφράσεις:
urât
Λεξικό:
σλοβακική
Μεταφράσεις:
škaredý, zlý
Λεξικό:
ουκρανικά
Μεταφράσεις:
бридкий, виродливий, гидкий, потворний, брутальний, відворотний, жахливий, загрозливий, знижений, кепський, невеликий, невисокий, недостатній, низький, низько, огидливий, огидний, погрозливий, слабкий, тихий, дошкульний, дурний, жалюгідний, засмучений, згубний, злий, злій, зловісний, зловмисний, злої, злою, змій, змія, значити, іржавий, косоокий, котячий, лютий, лютій, лютої, нещасливий, нещасний, нікчемний, означати, підлий, поганий, поганій, поганої, поганою, порочний, посинілий, пустотливий, середина, середній, тінистий, убогий, хибний, щурячий
Λεξικό:
πολωνική
Μεταφράσεις:
brzydki, paskudny, szpetny, zły
Λεξικό:
αλβανικά
Μεταφράσεις:
keq
Λεξικό:
βουλγαρικά
Μεταφράσεις:
лош
Λεξικό:
εσθονική
Μεταφράσεις:
halb, vale, vihane
Λεξικό:
λιθουανική
Μεταφράσεις:
blogas, negeras, piktas
Λεξικό:
σλοβενική
Μεταφράσεις:
slab

Σχετικές λέξεις

άσχημος πατέρας όμορφος ο γιος και τρελός ο εγγονός. τι είναι, άσχημος άντρας, άσχημοσ συνώνυμα, άσχημοσ ονειροκρίτησ, άσχημοσ χωρισμόσ, είμαι άσχημοσ, νιώθω άσχημος, είναι άσχημος