lexiko-gr.com Δωρεάν ηλεκτρονικό λεξικό γλώσσα.

Κατάλογος των μεταφράσεων: ακολουθώ

Λεξικό:
αγγλικά
Μεταφράσεις:
follow, go, retire, sashay, stride, trip, walk, ensue, rotate, succeed, investigate, monitor, shadow, sleuth, tail, trace, track
ακολουθώ
Λεξικό:
τσεχική
Μεταφράσεις:
chodit, chůze, jezdit, jít, kráčet, následovat, plout, postupovat, sledovat, vzniknout, držet, stopovat, zkoumat
Λεξικό:
γερμανικά
Μεταφράσεις:
abgehen, ausscheiden, draufgehen, folgen, gehen, hingehen, kommen, laufen, mitkommen, nachgehen, nachkommen, weggehen, ziehen, treten, eintreten, erfolgen, gefolgt, spähen, verfolgen
Λεξικό:
δανική
Μεταφράσεις:
fare, følge, gå, marchere, føl, komma, komme, overvåge, spore
Λεξικό:
ισπανικά
Μεταφράσεις:
andar, caminar, funcionar, ir, marchar, seguir, suceder, averiguar, espiar, observar, rastrear
Λεξικό:
γαλλικά
Μεταφράσεις:
aller, bicher, cheminer, côtoyer, longer, marcher, remonter, intervenir, ensuivre, succéder, épier, filer, fureter, observe, observer, pister, scruter, suivre, surveiller
Λεξικό:
ιταλικά
Μεταφράσεις:
andare, funzionare, seguire, investigare, sorvegliare
Λεξικό:
νορβηγικά
Μεταφράσεις:
følge, gå, kjøre, resa, føl, inntre, komma, komme, avløse, etterfølge, iaktta, overvåke, spore, sugga
Λεξικό:
ρωσικά
Μεταφράσεις:
следовать, наступить, наступать, выслеживать, наблюдать, прослеживать, следить
Λεξικό:
σουηδικά
Μεταφράσεις:
bekomma, gå, resa, antaga, föl, inträffa, komma, efterspana, skugga, spåra
Λεξικό:
αλβανικά
Μεταφράσεις:
eci, ndjek, shkoj, vete
Λεξικό:
λευκορωσίας
Μεταφράσεις:
адхазiць, хадзiць, віжаваць
Λεξικό:
εσθονική
Μεταφράσεις:
jälgima, minema, järgnema
Λεξικό:
φινλανδικά
Μεταφράσεις:
astella, astua, kävellä, käydä, kulkea, marssia, seurata
Λεξικό:
κροατικά
Μεταφράσεις:
hodati, ići, slijediti
Λεξικό:
ουγγρική
Μεταφράσεις:
menni, eljön, figyel
Λεξικό:
λιθουανική
Μεταφράσεις:
eiti, sekti, vaikščioti
Λεξικό:
πορτογαλικά
Μεταφράσεις:
acompanhar, andar, caminhar, funcionar, ir, marchar, seguir, suceder, vigilar
Λεξικό:
ρουμανική
Μεταφράσεις:
merge, umbla, urmări
Λεξικό:
σλοβενική
Μεταφράσεις:
hoditi, iti, slediti
Λεξικό:
ουκρανικά
Μεταφράσεις:
ходити, відвідати, відвідувати, годинник, дивитися, додержати, додержувати, дотримуватися, замічати, зауважити, зауважувати, пильнувати, помітити, помічати, прослідкувати, простежити, простежувати, розуміти, слід, слідкувати, слідуйте, спостерігайте, спостерігати, стежити
Λεξικό:
πολωνική
Μεταφράσεις:
iść, nastąpić, następować, śledzić

Σχετικές λέξεις

ακολουθώ συνώνυμο, ακολουθώ συνώνυμα, ακολουθώ κατά πόδας, ακολουθώ αντωνυμο, ακολουθώ το βαθύ μου χτυποκάρδι, ακολουθώ την πεπατημένη, ακολουθεί μετάφραση, ακολουθώ στα αρχαία, ακολουθώ γαλλικά, ακολουθώ πιστά