lexiko-gr.com Δωρεάν ηλεκτρονικό λεξικό γλώσσα.

Κατάλογος των μεταφράσεων: αμέσως

Λεξικό:
αγγλικά
Μεταφράσεις:
direct, directly, immediately, imminent, impend, point-blank, squarely, straight, straightforward, straightway, instantaneously, instantly, forthwith, incontinently, offhand, off-hand, straightaway
αμέσως
Λεξικό:
τσεχική
Μεταφράσεις:
bezprostředně, ihned, okamžitě, přímo, rovnou, hned, neprodleně, vzápětí
Λεξικό:
γερμανικά
Μεταφράσεις:
direkt, gerade, geradewegs, schnurstracks, sofort, unmittelbar, augenblicklich, sogleich, gleich, unverzüglich
Λεξικό:
δανική
Μεταφράσεις:
direkte, lige, nu, rakt, straks, bums, omgående
Λεξικό:
ισπανικά
Μεταφράσεις:
directamente, inmediatamente, recto, ahora, enseguida, mismo, seguida
Λεξικό:
γαλλικά
Μεταφράσεις:
directement, immédiatement, aussitôt, instantanément, bond, illico, incessamment, incontinent, sur-le-champ
Λεξικό:
ιταλικά
Μεταφράσεις:
direttamente, immediatamente, immediato, subito
Λεξικό:
νορβηγικά
Μεταφράσεις:
direkte, rakt, bums, genas, straks, omgående
Λεξικό:
ρωσικά
Μεταφράσεις:
немедленно, прямо, мгновенно, немедля, тотчас, безотлагательно, незамедлительно, неотложно
Λεξικό:
σουηδικά
Μεταφράσεις:
burdus, direkt, direkte, rakt, rät, bums, genast, omedelbart, straks, strax, omgående
Λεξικό:
εσθονική
Μεταφράσεις:
otse, otsene
Λεξικό:
φινλανδικά
Μεταφράσεις:
heti, suoraan, välittömästi
Λεξικό:
κροατικά
Μεταφράσεις:
direktno, neposredno, odmah
Λεξικό:
ουγγρική
Μεταφράσεις:
közvetlenül, azonnal, haladéktalanul, rögtön
Λεξικό:
λιθουανική
Μεταφράσεις:
nedelsiant, tiesiogiai, tiesioginis, tiesus, tuojau
Λεξικό:
πορτογαλικά
Μεταφράσεις:
directamente, imediatamente, recto, seguidamente, enseada
Λεξικό:
σλοβενική
Μεταφράσεις:
takoj
Λεξικό:
σλοβακική
Μεταφράσεις:
priamo
Λεξικό:
ουκρανικά
Μεταφράσεις:
прямо, виправити, виправитися, виправляти, виправлятися, вирівнювати, вирівнюватися, вирівняти, вирівнятися, вірний, вірно, вниз, внизу, геть, далеко, додолу, донизу, зовсім, наниз, направо, негайно, повністю, правий, право, прямий, справедливий, справедливо, т-година, униз, цокання, правильний, правильно
Λεξικό:
πολωνική
Μεταφράσεις:
bezpośrednio, momentalnie, natychmiast, niezwłocznie
Λεξικό:
ρουμανική
Μεταφράσεις:
imediat
Λεξικό:
λευκορωσίας
Μεταφράσεις:
адразу, зараз, зразу, неадкладна

Σχετικές λέξεις

αμέσως επίρρημα, αμέσως συνώνυμα, αμέσως αντώνυμο, αμέσως αντίθετο, αμέσως ή άμεσα, αμέσωσ στα αγγλικά, αμέσωσ μετά, αμέσως άμεσα, αμέσως μετά τη σύλληψη, αμέσως βικιλεξικο