lexiko-gr.com Δωρεάν ηλεκτρονικό λεξικό γλώσσα.

Κατάλογος των μεταφράσεων: αναταραχή

Λεξικό:
αγγλικά
Μεταφράσεις:
agitation, arousal, elation, excitation, excitement, flurry, fluster, incitement, simmer, titillation, turmoil, commotion, motion, movement, shake-up, stir, wag
αναταραχή
Λεξικό:
τσεχική
Μεταφράσεις:
agitace, buzení, dráždění, míchání, navádění, nepokoj, pobouření, pobuřování, podněcování, podráždění, podrážděnost, povzbuzení, rozruch, rozrušení, ruch, vzruch, vzrušení, zmatek, zmítání, chod, hnutí, návrh, pohyb, pozdvižení
Λεξικό:
γερμανικά
Μεταφράσεις:
agitation, aufregung, erregen, erregung, bewegung
Λεξικό:
δανική
Μεταφράσεις:
affekt, rørelse, uro, alarm, bevægelse, røre
Λεξικό:
ισπανικά
Μεταφράσεις:
agitación, exaltación, excitación, fiebre, movimiento
Λεξικό:
γαλλικά
Μεταφράσεις:
enfièvrement, exaltation, excitation, stimulation, agitation, branle-bas, émoi, motion, mouvement, remuement
Λεξικό:
ιταλικά
Μεταφράσεις:
eccitazione, irrequietezza, agitazione, mossa, moto, movimento
Λεξικό:
νορβηγικά
Μεταφράσεις:
affekt, opphisselse, rørelse, sinnsbevegelse, spenning, uro, alarm, bevegelse, oppstyr, røre
Λεξικό:
ρωσικά
Μεταφράσεις:
возбуждение, волнение, движение, жест
Λεξικό:
σουηδικά
Μεταφράσεις:
affekt, oväsen, rörelse, sinnesrörelse, spänning, upphetsning, uppror, uppståndelse, alarm
Λεξικό:
λευκορωσίας
Μεταφράσεις:
настройванне, распачынанне, узбуджэнне, узніманне, хваляванне
Λεξικό:
φινλανδικά
Μεταφράσεις:
levottomuus, koneisto, liike
Λεξικό:
ουγγρική
Μεταφράσεις:
felizgatás, felizgatottság, izgalom, megmozdulás
Λεξικό:
πορτογαλικά
Μεταφράσεις:
agitação, alvoroço, alarma, marejada, movimento
Λεξικό:
ρουμανική
Μεταφράσεις:
agitaţie, nelinişte
Λεξικό:
σλοβακική
Μεταφράσεις:
vzrušenie
Λεξικό:
ουκρανικά
Μεταφράσεις:
агітація, бродіння, емоція, заворушення, загорітися, закипання, захоплення, збудження, кипучість, порушення, почуття, роздратування, стимулювання, стимуляція, тривога, хвилювання, бульба, відчуття, галас, гамір, гомін, гук, занепокоєння, збентеження, згоряння, кипіти, море, морський, неспокій, приморський, пузир, пузирчик, пульсація, розруха, струс, турбується, чуття, шум
Λεξικό:
πολωνική
Μεταφράσεις:
podniecenie, poruszenie
Λεξικό:
αλβανικά
Μεταφράσεις:
lëvizje
Λεξικό:
βουλγαρικά
Μεταφράσεις:
движение
Λεξικό:
εσθονική
Μεταφράσεις:
liikumine
Λεξικό:
κροατικά
Μεταφράσεις:
pokret
Λεξικό:
λιθουανική
Μεταφράσεις:
eiga, judesys, mostas

Σχετικές λέξεις

αναταραχή φύλου, αναταραχή συνώνυμο, αναταραχή στις τράπεζες – καταθέτες τραβάνε χρήματα, αναταραχή αγγλικά