lexiko-gr.com Δωρεάν ηλεκτρονικό λεξικό γλώσσα.

Κατάλογος των μεταφράσεων: αντίπαλος

Λεξικό:
αγγλικά
Μεταφράσεις:
adversary, opponent, antagonist, objector, contender, fierce, foe, hater, opposition, unbearable, adverse, antipathetic, averse, contrary, converse, counter, deprecate, disapprove, opposed, opposite, reverse
αντίπαλος
Λεξικό:
τσεχική
Μεταφράσεις:
nepřítel, odpůrce, protihráč, protivník, sok, soupeř, oponent, antagonista, nepřátelský, nepříznivý, obrácený, opačný, opak, protější, protichůdný, protiklad, protikladný, protilehlý, protiva, protivný, zpětný
Λεξικό:
γερμανικά
Μεταφράσεις:
gegner, widerpart, widersacher, opponent, antagonist, widerling, antithetisch, entgegengesetzt, gegenüberliegend, widrig
Λεξικό:
δανική
Μεταφράσεις:
fjende, modstander, opponent, modsat, omvendt
Λεξικό:
ισπανικά
Μεταφράσεις:
adversario, antagonista, contradictor, contrincante, oponente, contrario, adverso, desafecto, desconforme, encontrado, inverso, opuesto
Λεξικό:
γαλλικά
Μεταφράσεις:
adversaire, contradicteur, antagoniste, dissident, rival, adverse, antagonique, antiparlementaire, contraire, inverse, opposant, opposé, répugnant
Λεξικό:
ιταλικά
Μεταφράσεις:
avversario, obiettore, oppositore, antagonista, avverso, contrario, inverso, opposto
Λεξικό:
νορβηγικά
Μεταφράσεις:
motstander, motpart, opponent, fiende, motkandidat, motspiller, motsatt, motsetning, omvendt
Λεξικό:
ρωσικά
Μεταφράσεις:
враг, противник, оппонент, встречный, обратный, противоположное, противоположный
Λεξικό:
σουηδικά
Μεταφράσεις:
motspelare, motståndare, motpart, opponent, fiende, motkandidat, motig, motsatt
Λεξικό:
αλβανικά
Μεταφράσεις:
kundërshtar, armik
Λεξικό:
βουλγαρικά
Μεταφράσεις:
противник, неприятел
Λεξικό:
λευκορωσίας
Μεταφράσεις:
праціўнік, апанент, процілеглы, супрацьлеглы
Λεξικό:
εσθονική
Μεταφράσεις:
vastane, võistleja
Λεξικό:
φινλανδικά
Μεταφράσεις:
vastustaja, kilpailija, vihollinen, vastakkainen, vastakohta, vastapäinen
Λεξικό:
λιθουανική
Μεταφράσεις:
oponentas, priešininkas, konkurentas, varžovas, atvirkščias, priešingas, priešingybė
Λεξικό:
πορτογαλικά
Μεταφράσεις:
adversário, antagonista, adverso, antagónico, aposto, contrario, contrário, oposto
Λεξικό:
ρουμανική
Μεταφράσεις:
adversar, duşman, contrar
Λεξικό:
σλοβακική
Μεταφράσεις:
protivník
Λεξικό:
ουκρανικά
Μεταφράσεις:
антагоніст, ворог, опонент, противник, суперник, супротивник, противляться, протилежний
Λεξικό:
πολωνική
Μεταφράσεις:
adwersarz, oponent, przeciwnik, przeciwny
Λεξικό:
κροατικά
Μεταφράσεις:
protivnik, obrnut, suprotan
Λεξικό:
ουγγρική
Μεταφράσεις:
ellenfél, ellenség, ellenkező, ellentétes
Λεξικό:
σλοβενική
Μεταφράσεις:
nasproten

Σχετικές λέξεις

αντίπαλος του κρόμβελ, αντίπαλος του λούθηρου, αντίπαλος του κρόμγουελ, αντίπαλος του κλεισθένη, αντίπαλοσ του ισοκράτη, αντίπαλος συνωνυμα, αντίπαλος του δημοσθένη, αντίπαλος συνώνυμο, αντίπαλος βικιλεξικο, σκοτεινόσ αντίπαλοσ