lexiko-gr.com Δωρεάν ηλεκτρονικό λεξικό γλώσσα.

Κατάλογος των μεταφράσεων: αντιγράφω

Λεξικό:
αγγλικά
Μεταφράσεις:
copy, download, duplicate, reiterate, transcribe, ape, emulate, imitate, impersonate, malinger, mimic, simulate, manifold, prescribe, retype, rewrite
αντιγράφω
Λεξικό:
τσεχική
Μεταφράσεις:
kopírovat, napodobit, napodobovat, obkreslit, obtisknout, odkoukat, okopírovat, opisovat, opsat, přepsat, transkribovat, imitovat, padělat, předstírat, reprodukovat, rozmnožit, naordinovat, nařídit, předepsat, stanovit
Λεξικό:
γερμανικά
Μεταφράσεις:
imitieren, kopieren, nachahmen, nachbilden, äffen, nachmachen, vervielfältigen, anordnen, befehlen
Λεξικό:
δανική
Μεταφράσεις:
efterligne, imitere, kopiere, nummer, afbild, forordne
Λεξικό:
ισπανικά
Μεταφράσεις:
calcar, copiar, transcribir, contrahacer, imitar, remedar, seguir, prescribir, recetar
Λεξικό:
γαλλικά
Μεταφράσεις:
calquer, copier, transcrire, contrefaire, imiter, pasticher, singer, photocopier, polycopier, reproduire, ordonner, prescrire
Λεξικό:
ιταλικά
Μεταφράσεις:
copiare, duplicare, trascrivere, contraffare, imitare, scimmiottare, ciclostilare, decretare, ordinare, prescrivere, ricopiare, riscrivere
Λεξικό:
νορβηγικά
Μεταφράσεις:
avbild, avskrift, ettergjøre, kopiere, nummer, ape, etterape, etterligne, koia, anordna, forordne
Λεξικό:
ρωσικά
Μεταφράσεις:
копировать, обезьянничать, передразнивать, подделать, подражать, размножать, переписывать, списывать
Λεξικό:
σουηδικά
Μεταφράσεις:
avbild, avskrift, efterbilda, exemplar, kopia, kopiera, nummer, efterapa, efterhärma, efterlikna, härma, duplicera, anordna
Λεξικό:
φινλανδικά
Μεταφράσεις:
jäljentää, jäljitellä, kopioida, apinoida, monistaa, käskeä, määrätä, säätää
Λεξικό:
κροατικά
Μεταφράσεις:
prepisati, propisati
Λεξικό:
λιθουανική
Μεταφράσεις:
imituoti, kopijuoti
Λεξικό:
πορτογαλικά
Μεταφράσεις:
copiar, transcrever, transcritor, contrafazer, imitar, prescrever
Λεξικό:
πολωνική
Μεταφράσεις:
kopiować, naśladować, powielać, przepisywać
Λεξικό:
λευκορωσίας
Μεταφράσεις:
імітаваць, наследаваць, пераймаць, запісваць, перамалёўваць, упісваць
Λεξικό:
ουγγρική
Μεταφράσεις:
utánozni, átírni, átmásolni
Λεξικό:
ουκρανικά
Μεταφράσεις:
змагайтеся, зображати, зобразити, зобразіть, імітувати, наслідувати, переписувати, перепишіть
Λεξικό:
σλοβακική
Μεταφράσεις:
duplikát

Σχετικές λέξεις

αντιγράφω προστακτική, αντιγράφω αντέγραψε, πως αντιγράφω