lexiko-gr.com Δωρεάν ηλεκτρονικό λεξικό γλώσσα.

Κατάλογος των μεταφράσεων: βάζω

Λεξικό:
αγγλικά
Μεταφράσεις:
apply, assess, impose, inflict, perch, restrict, spoon, spread, superimpose, superpose, dab, appear, erect, place, put, putt, set, stake, stalemate, stand, adhere, administer, comply, employ, use, discomfort, insert, interfere, interject, interpose, meddle, tamper, adapt, adopt, conform, implement
βάζω
Λεξικό:
τσεχική
Μεταφράσεις:
aplikovat, klást, nasadit, navrstvit, položit, použít, používat, přiložit, sázet, uložit, vršit, budovat, investovat, mít, nalíčit, napřímit, posadit, postavit, poštvat, přichystat, připravit, sestavit, stavět, umístit, usadit, vsadit, vybudovat, vyrovnat, vystavět, vzpřímit, vztyčit, založit, zřídit, podat, praxe, řídit, spravovat, upotřebit, užít, užívat, vést, vykonávat, využít, využívat, zaměstnat, zaměstnávat, zvyk, vložit, zakročit, zařadit, zasadit, zasáhnout, zasahovat, zprostředkovat, adoptovat, osvojit, přijmout, přizpůsobit, upravit, uzpůsobit
Λεξικό:
γερμανικά
Μεταφράσεις:
anlegen, anwenden, auflegen, aufsetzen, auftragen, benutzen, überziehen, umlegen, vorlegen, vornehmen, zutreffen, ansetzen, aufstellen, bauen, beantragen, herstellen, hinlegen, hinstellen, legen, platzieren, setzen, spendieren, stehen, stellen, vorsetzen, befolgen, verwalten, verwenden, dareinreden, anpassen, bequemen, schmiegen
Λεξικό:
δανική
Μεταφράσεις:
benytte, lægge, remise, sætte, stå, stille, administrere, antydning, bruge, tilbringe, anvende, tilpasse
Λεξικό:
ισπανικά
Μεταφράσεις:
aplicar, echar, imponer, infligir, poner, arrimar, acomodar, acudir, asentar, colocar, empinar, situar, yuxtaponer, administrar, atenerse, emplear, guardar, practicar, usar, utilizar, danzar, intercalar, adaptar
Λεξικό:
γαλλικά
Μεταφράσεις:
appliquer, entasser, imbriquer, interférer, marger, mettre, superposer, apposer, épauler, dresser, élever, ériger, morguer, placer, poser, prélasser, prendre, rebiffer, redresser, remettre, administrer, convenir, employer, pratique, pratiquer, utiliser, enchâsser, fouiner, immiscer, ingérer, intervenir, jeter, pousser, précipiter, adapter, adopter, conformer, servir, user
Λεξικό:
ιταλικά
Μεταφράσεις:
applicare, imporre, sovrapporre, appoggiare, collocare, comparire, giocare, mettere, piazzare, porre, posare, riporre, rizzare, adoperare, amministrare, impiegare, usare, uso, utilizzare, immischiarsi, impicciarsi, intervenire, adattare, adeguare, adottare, uniformare
Λεξικό:
νορβηγικά
Μεταφράσεις:
pålegge, bidra, legge, reise, satsa, stå, stille, administrere, ansette, antydning, benytte, bruke, etterkomme, vatna, klusse, anvende, tilpasse
Λεξικό:
ρωσικά
Μεταφράσεις:
накладывать, налагать, приложить, дерзить, класть, ставить, становить, использовать, применять, ввергать, вталкивать, применить
Λεξικό:
σουηδικά
Μεταφράσεις:
belägga, bidra, satsa, använda, användande, efterkomma, efterleva, förvalta, nyttja, tillämpa, utnyttjande, vana, adoptera, använde, införa
Λεξικό:
αλβανικά
Μεταφράσεις:
zbatoj, vendos, adaptoj
Λεξικό:
λευκορωσίας
Μεταφράσεις:
накладаць, накладваць, прыстасоўваць, скарыстоўваць, ужываць
Λεξικό:
φινλανδικά
Μεταφράσεις:
asettaa, panna, sovelluttaa, sijoittaa, harjoittaa, käytellä, käyttää
Λεξικό:
πορτογαλικά
Μεταφράσεις:
aplicar, infligir, pôr, usar, acomodar, colocar, meter, sentar, situar, administrar, empregar, utilizar, intercalar, adaptar, ajeitar, ajustar
Λεξικό:
ρουμανική
Μεταφράσεις:
aplica, pune, adapta
Λεξικό:
ουκρανικά
Μεταφράσεις:
викласти, застелити, класти, накладати, накладіть, накривати, накрити, покладати, покласти, положення, положити, постелити, стелити, ввести, вводити, вживати, вжити, використати, використовувати, відрекомендувати, застосовувати, застосувати, застосуйте, застосуйтеся, знайомити, познайомити, практикувати, практикуватися, прикласти, рекомендувати, ставити
Λεξικό:
πολωνική
Μεταφράσεις:
nakładać, przyłożyć, stawiać, stosować, wtrącać, zastosować
Λεξικό:
εσθονική
Μεταφράσεις:
asetama, kasutama, kohanema
Λεξικό:
ουγγρική
Μεταφράσεις:
állít, jelentkezik, alkalmazni, beavatkozik
Λεξικό:
σλοβενική
Μεταφράσεις:
postaviti
Λεξικό:
κροατικά
Μεταφράσεις:
upravljati, prilagoditi
Λεξικό:
λιθουανική
Μεταφράσεις:
naudoti

Σχετικές λέξεις

βάζω πλυντήριο, βάζω συνώνυμα, βάζω τόνους, βάζω το κεφάλι μου στον ντορβά, βάζω σε αλφαβητική σειρά, βάζω πλυντήριο.gr, βάζω δαχτυλο, βάζω νερό στο κρασί μου, βάζω τις λέξεις σε αλφαβητική σειρά, βάζω στόχους