lexiko-gr.com Δωρεάν ηλεκτρονικό λεξικό γλώσσα.

Κατάλογος των μεταφράσεων: βασανίζω

Λεξικό:
αγγλικά
Μεταφράσεις:
afflict, agonize, beset, bother, exasperate, gnaw, harass, hassle, heckle, lacerate, mortify, nag, rankle, tantalize, torment, vex, worry, wrack, torture, harrow, oppress, tire, toil, weary
βασανίζω
Λεξικό:
τσεχική
Μεταφράσεις:
dotírat, dráždit, hněvat, mořit, mrzet, mučit, obtěžovat, otravovat, ponížit, sekýrovat, škádlit, soužit, sužovat, trápit, trýznit, týrat, zavalit, zlobit, znepokojovat, ničit, nudit, trmácet, unavit, unavovat
Λεξικό:
γερμανικά
Μεταφράσεις:
peinigen, placken, plagen, quälen, schurigeln, foltern, abgequält, abmühen, anstrengen, ermüden, gequält, geschunden, martern
Λεξικό:
δανική
Μεταφράσεις:
forulempe, mobbe, pine, plage, senere, martre
Λεξικό:
ισπανικά
Μεταφράσεις:
acosar, acribillar, ahogar, atormentar, atornillar, maltratar, roer, torturar, atontar, cansar, fastidiar, fatigar, hartar, heder, martirizar, moler
Λεξικό:
γαλλικά
Μεταφράσεις:
agonir, angoisser, bourreler, chiffonner, harceler, importuner, lutiner, maltraiter, mécaniser, obséder, peiner, pistonner, talonner, tenailler, torturer, tourmenter, tracasser, tyranniser, vexer, martyriser, briser, essouffler, excéder, fatiguer, harasser, lasser, sabouler
Λεξικό:
ιταλικά
Μεταφράσεις:
affannare, importunare, molestare, straziare, tormentare, torturare, vessare, affaticare, affaticarsi, martirizzare, seccare, stancare, stancarsi
Λεξικό:
νορβηγικά
Μεταφράσεις:
bråk, bry, ergre, forulempe, gnage, mobbe, pine, plage, sjenere, martre, pina, trøtt, trøtta
Λεξικό:
ρωσικά
Μεταφράσεις:
докучать, мучить, терзать, истязать, изматывать, изнурять, томить
Λεξικό:
σουηδικά
Μεταφράσεις:
bråk, bry, plage, marter, pina, trött, trötta
Λεξικό:
αλβανικά
Μεταφράσεις:
shqetësoj, lodh
Λεξικό:
λευκορωσίας
Μεταφράσεις:
мучыць, рваць
Λεξικό:
φινλανδικά
Μεταφράσεις:
ahdistaa, haitata, harmittaa, hätyyttää, kiduttaa, kiusata, piinata, vaivata, kyllästyttää, väsyttää
Λεξικό:
ουγγρική
Μεταφράσεις:
gyötörni, kínozni, zaklat, kínzás
Λεξικό:
πορτογαλικά
Μεταφράσεις:
afligir, atormentar, roer, supliciar, torturar, cansar, martirizar
Λεξικό:
ουκρανικά
Μεταφράσεις:
гризніть, заворожіть, мучити, рвоніть, точити
Λεξικό:
πολωνική
Μεταφράσεις:
dręczyć, katować, męczyć