lexiko-gr.com Δωρεάν ηλεκτρονικό λεξικό γλώσσα.

Κατάλογος των μεταφράσεων: βλάπτω

Λεξικό:
αγγλικά
Μεταφράσεις:
grievance, harm, injury, injustice, mischief, wrong, wrongdoing, wrong-doing, aggrieve, grieve, injure, disagree, damage, dent, detriment, disservice, prejudice, bad, evil, ill, trouble
βλάπτω
Λεξικό:
τσεχική
Μεταφράσεις:
křivda, nespravedlnost, poranění, poškození, škoda, špatně, stížnost, újma, úraz, urážka, zlo, zlý, ztráta, poškodit, škodit, uškodit, bolest, nemoc, škodlivý, špatný, zle
Λεξικό:
γερμανικά
Μεταφράσεις:
benachteiligung, beschädigung, leid, nachteil, unbildung, unrecht, verletzung, schaden, schädigen, verletzen, anhaben, abbruch, einbuße, arg, böse, leiden, übel, überstand
Λεξικό:
δανική
Μεταφράσεις:
overlast, skade, men, dårlig, ilde, ond, onde, ondt, slem, slet
Λεξικό:
ισπανικά
Μεταφράσεις:
agravio, daľo, daño, deterioro, detrimento, entuerto, herida, injusticia, lesión, mal, perjuicio, sinrazón, agraviar, dañar, perjudicar, damnificar, menoscabar, malo
Λεξικό:
γαλλικά
Μεταφράσεις:
détriment, dommage, frustration, grief, injure, lésion, mal, outrage, passe-droit, préjudice, tort, désavantager, frustrer, léser, maltraiter, offenser, indisposer, nuire, préjudicier, dégât, déperdition, mai, mauvais
Λεξικό:
ιταλικά
Μεταφράσεις:
danno, detrimento, lesione, male, pregiudizio, torto, ledere, danneggiare, nuocere, penalizzare, brutto, cattivo, mal, malvagio, peccaminoso, sbagliato, scadente
Λεξικό:
νορβηγικά
Μεταφράσεις:
fortred, lesjon, mén, overlast, skade, urett, skada, men, dårlig, ond, onde, ondt, slem, stygg, vond
Λεξικό:
ρωσικά
Μεταφράσεις:
вред, зло, несправедливость, обездоленность, обида, повреждение, ущерб, обижать, вредить, дурной, злой, плохой, скверный
Λεξικό:
σουηδικά
Μεταφράσεις:
ont, orätt, överlast, skada, men, elak, onde, stygg
Λεξικό:
βουλγαρικά
Μεταφράσεις:
зло, обида, щета, лош
Λεξικό:
λευκορωσίας
Μεταφράσεις:
блага, несправядлівасць, страта, урон, благi, бяда
Λεξικό:
φινλανδικά
Μεταφράσεις:
tuho, vahinko, vaurio, huono, paha
Λεξικό:
κροατικά
Μεταφράσεις:
povreda, šteta, loš
Λεξικό:
ουγγρική
Μεταφράσεις:
bántalom, kár, sérelem, árt, ártani, gonosz, rosszul
Λεξικό:
λιθουανική
Μεταφράσεις:
blogis, skriauda, žala, blogas, negeras
Λεξικό:
πορτογαλικά
Μεταφράσεις:
dano, deterioro, detrimento, estrago, ferida, injustifica, mal, danificar, prejudicar, avaria, prejuízo, dado, lesiona, mau, ruim
Λεξικό:
ρουμανική
Μεταφράσεις:
rău, prejudecată
Λεξικό:
σλοβενική
Μεταφράσεις:
škoda, slab, zlo
Λεξικό:
ουκρανικά
Μεταφράσεις:
збиток, кривда, кривду, несправедливість, пошкодження, травма, ушкодження, брак, вада, втрата, знущання, кривдити, невигода, недолік, ображати, образа, образити, скривдити, слабшання, хиба, віце, замість, зло, лихо, поганий, порок, шкода
Λεξικό:
πολωνική
Μεταφράσεις:
krzywda, krzywdzić, szkodzić, uszczerbek, zło
Λεξικό:
αλβανικά
Μεταφράσεις:
dëmtoj, dëm, keq
Λεξικό:
εσθονική
Μεταφράσεις:
halb
Λεξικό:
σλοβακική
Μεταφράσεις:
zlo

Σχετικές λέξεις

βλάπτω αρχαια, βλάπτω αρχικοί χρόνοι, βλάπτω συνώνυμο, βλάπτω παρακείμενος, βλάπτω αντώνυμο, βλάπτω παρακείμενοσ αρχαία, βλάπτω στα αγγλικά, ρήμα βλάπτω