lexiko-gr.com Δωρεάν ηλεκτρονικό λεξικό γλώσσα.

Κατάλογος των μεταφράσεων: γαλήνιος

Λεξικό:
αγγλικά
Μεταφράσεις:
bare, beaming, blond, blonde, bright, brilliant, clean-cut, clear, explicit, fair, hell, intelligible, light, lucid, luculent, pale, perspicuous, plain, self-explanatory, serene, unequivocal, vivid, cheerful, good-humoured, jocund, jocundity, jolly, sunny, sunshiny
γαλήνιος
Λεξικό:
τσεχική
Μεταφράσεις:
bledý, blondýn, bystrý, čirý, čistý, explicitní, jasně, jasno, jasný, jednoznačný, klidný, plavý, průhledný, průsvitný, průzračný, skvělý, srozumitelný, světlo, světlovlasý, světlý, veselý, výslovný, zjevný, zřejmý, zřetelně, zřetelný, pěkný, radostný
Λεξικό:
γερμανικά
Μεταφράσεις:
aufklären, blond, deutlich, eindeutig, einleuchtend, heiter, hell, helllicht, klar, licht, mondhell, sinnfällig, übersichtlich, verständlich, froh, fröhlich, lustig, sonnig, ungetrübt, vergnügt
Λεξικό:
δανική
Μεταφράσεις:
belysning, blank, bleg, blond, distinkt, genial, gren, gusten, klar, let, lys, netto, oplagt, ren, soleklar, tydelig, glad, lystig
Λεξικό:
ισπανικά
Μεταφράσεις:
brillante, claro, comprensible, definido, distinto, expreso, inequívoco, inteligible, lámpara, llano, lúcido, luz, obvio, patente, raso, redondo, rubio, sereno, vivo, alegre, apacible, jovial
Λεξικό:
γαλλικά
Μεταφράσεις:
apparent, blond, clair, compréhensible, distinct, éclatant, explicite, extralucide, gai, intelligible, lampant, limpide, lucide, lumière, net, pâle, serein, toile, beau, joyeux
Λεξικό:
ιταλικά
Μεταφράσεις:
apparente, biondo, brillante, chiaro, distinto, esplicito, espresso, inequivocabile, luce, lucido, lume, netto, nitido, palese, pallido, scialbo, sereno, terso, allegro, festoso, giocondo, gioioso, lieto
Λεξικό:
νορβηγικά
Μεταφράσεις:
blank, blek, blond, distinkt, genial, gjennomsiktig, grei, gusten, klar, lys, netto, opplagt, ren, snillrik, soleklar, solklar, tydelig, glad, lystig
Λεξικό:
ρωσικά
Μεταφράσεις:
белокурый, блестящий, блондин, вразумительный, живой, отчетлив, отчетливый, отчётливый, прозрачный, рус, русый, светел, светлый, светозарный, удобопонятный, яркий, ясен, ясный, бодрый, жизнерадостен, жизнерадостный, погожий
Λεξικό:
σουηδικά
Μεταφράσεις:
åskådlig, blank, blond, distinkt, fattlig, genial, greig, klar, ljus, ljuslagd, lys, lysande, netto, redig, sken, snillrik, solklar
Λεξικό:
αλβανικά
Μεταφράσεις:
dritë
Λεξικό:
βουλγαρικά
Μεταφράσεις:
блондин
Λεξικό:
λευκορωσίας
Μεταφράσεις:
відны, прасветлены, светлы, ясни
Λεξικό:
εσθονική
Μεταφράσεις:
arusaadav, selge, valgus
Λεξικό:
φινλανδικά
Μεταφράσεις:
havainnollinen, helakka, heleä, kirkas, läpinäkyvä, loistava, selkeä, selvä, tyyni, vaalea, valo, hauska, iloinen
Λεξικό:
κροατικά
Μεταφράσεις:
jasan, razumljiv, svijetao, radostan, veseo
Λεξικό:
λιθουανική
Μεταφράσεις:
aiškus, lempa, neabejotinas, suprantamas, šviesa, linksmas
Λεξικό:
πορτογαλικά
Μεταφράσεις:
brilhante, calmo, claro, definido, distinto, explícito, inequívoco, loiro, louro, lúcido, luz, luzente, óbvio, rublo, sereno, transparente, vivo, alegre, ausente, festivo, jovial
Λεξικό:
ρουμανική
Μεταφράσεις:
blond, clar, limpede
Λεξικό:
σλοβενική
Μεταφράσεις:
jasen, svetel
Λεξικό:
ουκρανικά
Μεταφράσεις:
акуратний, бадьорий, білявий, блискучий, блондин, веселий, визначений, вимовлений, виразний, витончений, відвертий, воловий, гарний, гострий, експліцитний, жвавий, звичайний, значний, зрозумілий, категоричний, квітучий, когерентний, красивий, міцний, натуральний, неабиякий, невигадливий, некрасивий, непоганий, однокольоровий, охайний, очевидний, певний, пеня, повнісінький, послідовний, прекрасний, прекрасно, приємний, прозорий, простий, прямий, пунктуальний, радісний, рівний, рівнина, рожевий, світловий, справедливий, спритний, сяючий, тонкий, точний, трояндовий, хороший, чепурний, чесний, чималий, чистий, чіткий, чудовий, чудово, штраф, штрафувати, ярмарок, яскравий, ясний, світлий
Λεξικό:
πολωνική
Μεταφράσεις:
jasny, pogodny
Λεξικό:
ουγγρική
Μεταφράσεις:
derült, derűs
Λεξικό:
σλοβακική
Μεταφράσεις:
veselý

Σχετικές λέξεις

γαλήνιοσ συνώνυμα, γαλήνιος όρμος, γαλήνιος συνώνυμο