lexiko-gr.com Δωρεάν ηλεκτρονικό λεξικό γλώσσα.

Κατάλογος των μεταφράσεων: γλιστρώ

Λεξικό:
αγγλικά
Μεταφράσεις:
sideslip, side-slip, skid, slide, airplane, glide, skim, skitter, slither, drift, edge, push, shuffle, waft, foist, insert, slip
γλιστρώ
Λεξικό:
τσεχική
Μεταφράσεις:
klouzat, posun, sesuv, skluz, smyk, sunout, uklouznout, vklouznout, vyklouznout, sklouznout, vepsat, vkládat, vložit, vsouvat, vsunout
Λεξικό:
γερμανικά
Μεταφράσεις:
rutschen, schleudern, gleiten
Λεξικό:
ισπανικά
Μεταφράσεις:
deslizar, deslizarse, patinazo, resbalar, retraso, patinar, escurrirse, intercalar, meter
Λεξικό:
γαλλικά
Μεταφράσεις:
dérapage, glissement, glisser, tête-à-queue, patiner, intercaler
Λεξικό:
ιταλικά
Μεταφράσεις:
sbandamento, scivolare, sdrucciolare, slittamento, slittare, intercalare, sgusciare
Λεξικό:
νορβηγικά
Μεταφράσεις:
skli, sladd, slira, gli
Λεξικό:
ρωσικά
Μεταφράσεις:
буксование, скольжение, скользить, двигать, вдвигать, всовывать, задвигать, засовывать, совать
Λεξικό:
σουηδικά
Μεταφράσεις:
glida, rutscha, sladd, slira
Λεξικό:
λευκορωσίας
Μεταφράσεις:
коўзанне, слізганне
Λεξικό:
φινλανδικά
Μεταφράσεις:
liukua, liitää, solahtaa
Λεξικό:
ουγγρική
Μεταφράσεις:
csúszás, siklás, csúszkál, belecsúsztat, benyomni, betolni
Λεξικό:
πορτογαλικά
Μεταφράσεις:
deslizar, escorregar, deslizares, intercalar, meter
Λεξικό:
ουκρανικά
Μεταφράσεις:
вилучення, гальмування, ковзання, талон
Λεξικό:
πολωνική
Μεταφράσεις:
poślizg, ślizgać, sunąć, wsuwać
Λεξικό:
κροατικά
Μεταφράσεις:
kliziti
Λεξικό:
αλβανικά
Μεταφράσεις:
fus

Σχετικές λέξεις

γλιστρώ συνώνυμα