lexiko-gr.com Δωρεάν ηλεκτρονικό λεξικό γλώσσα.

Κατάλογος των μεταφράσεων: διασπορά

Λεξικό:
αγγλικά
Μεταφράσεις:
diffusion, dispersal, dispersion, distraction, distribution
διασπορά
Λεξικό:
τσεχική
Μεταφράσεις:
difúze, disperze, rozhození, rozmetání, rozptyl, rozptýlení, rozptylování, rozšiřování, šíření
Λεξικό:
γερμανικά
Μεταφράσεις:
zerstreuung
Λεξικό:
δανική
Μεταφράσεις:
spredning
Λεξικό:
ισπανικά
Μεταφράσεις:
disipación, disparada, dispersión
Λεξικό:
γαλλικά
Μεταφράσεις:
diffusion, dispersion, dissémination, dissipation, éparpillement
Λεξικό:
ιταλικά
Μεταφράσεις:
diffusione, dispersione
Λεξικό:
νορβηγικά
Μεταφράσεις:
diffusjon, spredning
Λεξικό:
ρωσικά
Μεταφράσεις:
диффузия, рассеивание
Λεξικό:
φινλανδικά
Μεταφράσεις:
hajaantuminen, leviäminen
Λεξικό:
ουγγρική
Μεταφράσεις:
diszperzió, eloszlás, szétszórás
Λεξικό:
λιθουανική
Μεταφράσεις:
difuzija
Λεξικό:
σλοβακική
Μεταφράσεις:
rozptyl
Λεξικό:
πολωνική
Μεταφράσεις:
rozproszenie

Σχετικές λέξεις

διασπορά συνώνυμα, διασπορά κεφαλαίου με στόχο, διασπορά τύπος, διασπορά ψευδών ειδήσεων, διασπορά στατιστική, διασπορά τυπική απόκλιση, διασπορά γεωμετρικής κατανομής, διασπορά παρατηρήσεων