lexiko-gr.com Δωρεάν ηλεκτρονικό λεξικό γλώσσα.

Κατάλογος των μεταφράσεων: εξορία

Λεξικό:
αγγλικά
Μεταφράσεις:
ban, banishment, exile, outlawry, outcast, outlaw, expulsion, deported, expellee, relegation
εξορία
Λεξικό:
τσεχική
Μεταφράσεις:
vyhnanství, vyhoštění, vypovězení, vypuzení, štvanec, vyhnanec, deportace, vyhnání, vykázání, exulant, vyhoštěnec, vysídlenec
Λεξικό:
γερμανικά
Μεταφράσεις:
acht, bann, verbannung, geächteter, verbannte, ausweisung, deportation, exil, vertreibung, heimatvertriebene, vertriebene
Λεξικό:
δανική
Μεταφράσεις:
eksil, bortvisning, eksklusion, forvisning
Λεξικό:
ισπανικά
Μεταφράσεις:
destierro, exilio, proscrito, deportación, expulsión, desterrado
Λεξικό:
γαλλικά
Μεταφράσεις:
ban, bannissement, exil, proscrit, chasse, déportation, expulsion, ostracisme, proscription, relégation, banni, exilé, expatrié, relégué, transportation
Λεξικό:
ιταλικά
Μεταφράσεις:
bando, esilio, bandito, proscritto, cacciata, espulsione, esule
Λεξικό:
νορβηγικά
Μεταφράσεις:
eksil, bortvisning, eksklusjon, forvisning, landflyktighet
Λεξικό:
ρωσικά
Μεταφράσεις:
изгнание, изгнанник, изгнанный, отверженец, ссылка, ниспослание
Λεξικό:
φινλανδικά
Μεταφράσεις:
karkotus, maanpako, henkipatto, maanpakolainen
Λεξικό:
κροατικά
Μεταφράσεις:
emigrant
Λεξικό:
ουγγρική
Μεταφράσεις:
számkivetés, számkivetett, kiutasítás
Λεξικό:
πορτογαλικά
Μεταφράσεις:
exílio, proscrito
Λεξικό:
πολωνική
Μεταφράσεις:
banicja, banita, wygnanie, wygnaniec, zesłanie
Λεξικό:
σουηδικά
Μεταφράσεις:
bortvisning, exil
Λεξικό:
λευκορωσίας
Μεταφράσεις:
выгнанне, выгнаннік, спасыланне, спасылка, ссыланне, ссылка
Λεξικό:
εσθονική
Μεταφράσεις:
eksiil
Λεξικό:
λιθουανική
Μεταφράσεις:
deportavimas
Λεξικό:
ουκρανικά
Μεταφράσεις:
вигнання, виключення, виселення, висилка, виштовхування, передача, вигнанець, благання, виклик, виправдання, заклик, заслання, згадка, натяк, посилання, скарга, цитата, цитування

Σχετικές λέξεις

εξορία στην ελλάδα, εξορία χούντα, εξορία μακρόνησος, εξορία μακαρίου, εξορία στην αρχαία ελλάδα, εξορία του αδάμ, εξορία ικαρία, εξορία του θεμιστοκλή, εξορία ετυμολογία, εξορία στην κορσική