lexiko-gr.com Δωρεάν ηλεκτρονικό λεξικό γλώσσα.

Κατάλογος των μεταφράσεων: επικρίνω

Λεξικό:
αγγλικά
Μεταφράσεις:
blame, censure, censurer, criticise, criticize, damn, deprecate, dispraise, reprehend, reprimand, reprobate, reprove, slate, upbraid, vituperate, animadvert, clobber, impeach, snipe, tip
επικρίνω
Λεξικό:
τσεχική
Μεταφράσεις:
hanit, kárat, napomenout, napomínat, neschvalovat, odsoudit, odsuzovat, pokárat, vyčítat, vytknout, vytýkat, zamítnout, zatratit, zavrhnout, zavrhovat, kritizovat, zkritizovat
Λεξικό:
γερμανικά
Μεταφράσεις:
mäkeln, tadeln, verurteilen, angreifen, bemängeln, kritisieren, gerügt, getadelt, rügen, zurechtweisen
Λεξικό:
δανική
Μεταφράσεις:
dadle, klandre, kritisere, laste, misbillige, tugte, nedrakke, påtale
Λεξικό:
ισπανικά
Μεταφράσεις:
amonestar, censurar, desaprobar, regaľar, reprender, reprobar, reprochar, criticar
Λεξικό:
γαλλικά
Μεταφράσεις:
admonester, apostropher, blaguer, blâmer, censurer, chapitrer, désapprouver, désavouer, disputer, épiloguer, fronder, improuver, réprimander, réprouver, semoncer, vitupérer, chiner, critiquer, draper, redire, vétiller, gronder
Λεξικό:
ιταλικά
Μεταφράσεις:
biasimare, criticare, disapprovare, rimproverare, vituperare
Λεξικό:
νορβηγικά
Μεταφράσεις:
anmerka, dadle, klandra, klandre, kritisere, laste, misbillige, tala, tukte, kritisert, nedrakke, påtale
Λεξικό:
ρωσικά
Μεταφράσεις:
осуждать, порицать, хулить, критиковать, осудить, побранить
Λεξικό:
σουηδικά
Μεταφράσεις:
anmärka, klandra, tadla, tillrättavisa, kritisera
Λεξικό:
φινλανδικά
Μεταφράσεις:
arvostella, kirota, läksyttää, moittia, nuhdella, ojentaa, paheksua, torua
Λεξικό:
ουγγρική
Μεταφράσεις:
kifogásol, bírál, bírálni, kritizál, kritizálni
Λεξικό:
πορτογαλικά
Μεταφράσεις:
censurar, criticar, reprovar
Λεξικό:
πολωνική
Μεταφράσεις:
ganić, krytykować, zganić
Λεξικό:
λευκορωσίας
Μεταφράσεις:
крытыкаваць
Λεξικό:
σλοβακική
Μεταφράσεις:
kritizovať
Λεξικό:
ουκρανικά
Μεταφράσεις:
засідати, критикувати, критикуйте, посидьте, сісти

Σχετικές λέξεις

επικρίνω συνώνυμα, επικροτώ λεξικό, επικρίνω κατακρίνω, επικρίνω σημασία