lexiko-gr.com Δωρεάν ηλεκτρονικό λεξικό γλώσσα.

Κατάλογος των μεταφράσεων: εργοδότης

Λεξικό:
αγγλικά
Μεταφράσεις:
employer
εργοδότης
Λεξικό:
τσεχική
Μεταφράσεις:
zaměstnavatel
Λεξικό:
γερμανικά
Μεταφράσεις:
arbeiter, arbeitgeber, chef
Λεξικό:
ισπανικά
Μεταφράσεις:
empleador, empresario, patrón, patrona
Λεξικό:
γαλλικά
Μεταφράσεις:
employeur, patron
Λεξικό:
ιταλικά
Μεταφράσεις:
capo, padrone
Λεξικό:
νορβηγικά
Μεταφράσεις:
arbeidsgiver
Λεξικό:
ρωσικά
Μεταφράσεις:
работодатель
Λεξικό:
σουηδικά
Μεταφράσεις:
arbetsgivare
Λεξικό:
εσθονική
Μεταφράσεις:
tööandja
Λεξικό:
φινλανδικά
Μεταφράσεις:
isäntä, työnantaja
Λεξικό:
ουγγρική
Μεταφράσεις:
munkaadó
Λεξικό:
σλοβενική
Μεταφράσεις:
delodajalec
Λεξικό:
σλοβακική
Μεταφράσεις:
zamestnávateľ
Λεξικό:
πολωνική
Μεταφράσεις:
pracodawca

Σχετικές λέξεις

εργοδότης στα αγγλικά, εργοδότης δεν πληρώνει, εργοδότης τεχνικός ασφαλείας, εργοδότης σύζυγος, εργοδότης ορισμός, εργοδότης συνώνυμα, εργοδότης σκότωσε, υπερήμερος εργοδότης, ονειροκρίτης εργοδότης, έμμεσος εργοδότης