lexiko-gr.com Δωρεάν ηλεκτρονικό λεξικό γλώσσα.

Κατάλογος των μεταφράσεων: ευχάριστος

Λεξικό:
αγγλικά
Μεταφράσεις:
agreeable, amiable, bland, boon, comely, complaisant, cosy, custard, dear, engaging, enjoyable, genial, gentle, good, goodly, kind, likable, likeable, lovable, lovely, mellow, mild, neat, nice, pleasant, pleasing, pleasurable, prepossessing, snug, sweet, yam, fine, palatable, pleasantness, soft, suave
ευχάριστος
Λεξικό:
τσεχική
Μεταφράσεις:
dobrý, draho, drahý, draze, hodný, jemný, lahodný, laskavý, líbezný, líbivý, libý, miláček, milovaný, milý, mírný, něžný, ochotný, pěkný, povlovný, přátelský, příjemný, přívětivý, půvabný, roztomilý, sladký, slušný, sympatický, úslužný, veselý, vlídný, zábavný, rozkošný, tichý
Λεξικό:
γερμανικά
Μεταφράσεις:
angenehm, ansprechend, behaglich, freundlich, gefällig, gemütlich, heimlich, herzig, hold, kostspielig, lieb, liebenswert, liebenswürdig, nett, süß, teuer, traulich, traut, wert, willkommen, hübsch
Λεξικό:
δανική
Μεταφράσεις:
behagelig, blid, dejlig, dyr, elskelig, elskværdig, fin, flink, fortryllende, god, hyggelig, kær, kære, kostbar, liflig, mild, nydelig, pen, rar, sød, sort, værdifuld, venlig, yndig, blød, lun, muk, trivelig, velgørende
Λεξικό:
ισπανικά
Μεταφράσεις:
afable, agradable, amable, ameno, bondadoso, bonito, cariño, cariñoso, caro, costoso, dulce, gentil, grato, gustoso, majo, placentero, simpático, suave, tratable, bueno, cuco, lindo, mono
Λεξικό:
γαλλικά
Μεταφράσεις:
agréable, aimable, amène, amiable, avenant, cher, doux, gentil, mignon, plaisant, prévenant, revenant, suave, délectable, délicieux
Λεξικό:
ιταλικά
Μεταφράσεις:
amabile, ameno, benevolo, blando, carino, caro, cortese, costoso, diletto, garbato, gentile, gradevole, lieve, mite, piacevole, simpatico, soave, affabile, morbido
Λεξικό:
νορβηγικά
Μεταφράσεις:
behagelig, behaglig, blid, dyr, elskelig, elskverdig, fin, god, hyggelig, kjær, koselig, kostbar, mild, nett, nydelig, pen, rar, snill, sort, søt, trevlig, yndig, lun, myk, skrøn, trivelig, velgjørende
Λεξικό:
ρωσικά
Μεταφράσεις:
добрый, дорогой, дорогостоящий, любезный, миловидный, милый, приятный, сладкий, приятен
Λεξικό:
σουηδικά
Μεταφράσεις:
älskvärd, angenäm, behaglig, fin, gemytlig, god, hygglig, kär, ljuv, rar, snäll, sort, trevlig, vacker, vänlig, glädjande, hemtrevlig, skön, trivsam
Λεξικό:
αλβανικά
Μεταφράσεις:
ëmbël, shtrenjtë
Λεξικό:
λευκορωσίας
Μεταφράσεις:
каханы, любы, мілы, прыемны
Λεξικό:
εσθονική
Μεταφράσεις:
kallis, kena, magus, meeldiv
Λεξικό:
φινλανδικά
Μεταφράσεις:
armas, hauska, herttainen, kallis, kiltti, kulta, lempeä, makea, miellyttävä, mukava, soma, viihtyisä, ystävällinen
Λεξικό:
κροατικά
Μεταφράσεις:
drag, dražestan, lijep, ljubazan, mio, skup, sladak, ugodan
Λεξικό:
ουγγρική
Μεταφράσεις:
barátságos, drága, enyhe, szelíd, kellemes
Λεξικό:
λιθουανική
Μεταφράσεις:
brangus, gražus, malonus, mandagus, mielas, puikus, saldus
Λεξικό:
πορτογαλικά
Μεταφράσεις:
afável, agradasse, agradável, amarele, amável, ameno, aprazível, bondoso, bonito, brando, caro, cativante, doce, fascinante, gentil, grato, meigo, querido, simpático, suave, cuco, gracioso, lindo, mono
Λεξικό:
ρουμανική
Μεταφράσεις:
agreabil, amabil, drag, scump
Λεξικό:
σλοβενική
Μεταφράσεις:
drag, prijeten
Λεξικό:
ουκρανικά
Μεταφράσεις:
акуратний, витончений, вишуканий, гарний, гарно, дорого, красивий, лагідний, приємний, ретельний, симпатичний, тактовний, хороший, ароматний, бажання, вдалий, вдячний, вигода, гладенький, граціозний, добро, життєрадісний, задовільний, милий, прекрасний, привабливий, прийнятний, смачний, смачно, стрункий, чарівний, чудернацький
Λεξικό:
πολωνική
Μεταφράσεις:
miły, przyjemny

Σχετικές λέξεις

ευχάριστος συνωνυμα, ευχάριστος συνωνυμο, ευχάριστος αγγλικα, ευχάριστος ετυμολογια