lexiko-gr.com Δωρεάν ηλεκτρονικό λεξικό γλώσσα.

Κατάλογος των μεταφράσεων: ικανότητα

Λεξικό:
αγγλικά
Μεταφράσεις:
fluency, mastery, proficiency, skill, ability, attribution, capacity, cognizance, competence, competency, jurisdiction, remit, address, attainment, confidence, dexterity, efficiency, fitness, serviceability, technique, art, capability, expertise, know-how, literacy, prowess, accomplishment, aptitude, aptness, faculty, gift, proclivity, talent, practice, adaptability, authority, customizability, intelligence, qualification, sufficiency, adroitness, agility, artfulness, artifice, cleverness, craft, cunning, expedition, facility, handier, handiness, knack, sleight, workmanship
ικανότητα
Λεξικό:
τσεχική
Μεταφράσεις:
dovednost, obratnost, schopnost, zručnost, kompetence, pravomoc, příslušnost, adresa, bystrost, efektivnost, šikovnost, účinnost, výkonnost, důvtip, nadání, vloha, způsobilost, cvičení, cvik, nácvik, praktický, praxe, rutina, výcvik, vykonávání, zkušenost, zvyk, fakulta, obsah, označení, agilnost, chytrost, čilost, hbitost, lehkost, prohnanost, úskok, vynalézavost, živnost
Λεξικό:
γερμανικά
Μεταφράσεις:
fähigkeit, fertigkeit, geläufigkeit, geschicklichkeit, gewandtheit, kunst, kompetenz, adresse, anschrift, arbeitsleistung, leistungsfähigkeit, wirksamkeit, wirkungsgrad, kenntnis, know-how, können, anlage, befähigen, befähigung, eignung, talent, veranlagung, praxis, routine, übung, befähigungen, fakultät, kapazität, kraft, qualifikation, vermögen, geschick
Λεξικό:
ισπανικά
Μεταφράσεις:
amaño, destreza, maña, pericia, competencia, eficiencia, capacidad, dirección, habilidad, primor, señas, conocimiento, maestría, aptitud, dote, ejercicio, entrenamiento, practica, práctica, calificación, facultad, poder, talento, testa, agilidad, arte, artificio, industria, ingenio, maľa, tino
Λεξικό:
γαλλικά
Μεταφράσεις:
capacité, attribution, compétence, ressort, adresse, efficacité, efficience, fonctionnement, habileté, mécanisme, rendement, connaissance, hémérologie, physiognomonie, savoir-faire, aptitude, qualification, entraînement, exercice, pratique, routine, faculté, habilité, miscibilité, motilité, oxydabilité, prévoyance, réfringence, virtualité, agilité, artifice, dextérité, doigté, industrie, légèreté, politique, subtilité, truć
Λεξικό:
ιταλικά
Μεταφράσεις:
abilità, destrezza, maestranza, competenza, efficienza, indirizzo, perizia, recapito, bravura, attitudine, esercitazione, pratica, abilitazione, capacità, capienza, facoltà, idoneità, qualifica, qualificazione, accortezza, maestria, scaltrezza, trucco
Λεξικό:
νορβηγικά
Μεταφράσεις:
dyktighet, ervervelse, behørighet, adresse, effektivitet, ferdighet, kunst, begavelse, fallenhet, talent, yteevne, rutine, åndsevne, evne, fatteevne, kapasitet, sinne, fingerferdighet, knep, slug
Λεξικό:
ρωσικά
Μεταφράσεις:
беглость, приобретение, умение, компетентность, компетенция, адрес, действенность, ловкость, чёткость, предрасположение, пригодность, способность, сноровка, вместимость, дарование, мощность
Λεξικό:
σουηδικά
Μεταφράσεις:
kunnande, skicklighet, befogenhet, behörighet, kompetens, adress, adressera, duglighet, effektivitet, utanskrift, verkan, anlag, fallenhet, övning, träning, vana, begåvning, begravelse, förmåga, förmögenhet, sinne, talent, knep, slug
Λεξικό:
βουλγαρικά
Μεταφράσεις:
умение, адрес, грамотност, изкуство, практика, подвижност
Λεξικό:
λευκορωσίας
Μεταφράσεις:
адрас, умельства, кампетэнцыя, здольнасць, ёмкасць
Λεξικό:
φινλανδικά
Μεταφράσεις:
kyky, taitavuus, taito, toimivalta, osoite, tehokkuus, harjoittelu, käytäntö, määre, tilavuus, elinkeino, joutuisuus, kerkeys, metku, sukkeluus
Λεξικό:
κροατικά
Μεταφράσεις:
spretnost, sposobnost, fakultet, kapacitet
Λεξικό:
πορτογαλικά
Μεταφράσεις:
destreza, endereço, primor, sobrescrito, amaro, dote, talento, prática, capacidade, faculdade, poder, agilidade, arte, artificio, despachado, destino, industria, soltura, tino
Λεξικό:
ρουμανική
Μεταφράσεις:
îndemânare, adresă, aptitudine, practica, şiretlic
Λεξικό:
ουκρανικά
Μεταφράσεις:
виріб, вміння, вправність, дієвість, ефективність, звичка, здатність, здібність, кваліфікованість, компетентність, компетенція, майстерність, мистецтво, можливість, наука, ноу-хау, обдарованість, правомочність, придатність, продуктивність, ремесло, спритність, спроможність, дієздатність, експертиза, зміст, знання, кваліфікація, місткість, потужність, провінція, судно, уміння, займатися, нюх, складка, схильність, факультет, частувати, дар, акуратність, поліс, політика
Λεξικό:
πολωνική
Μεταφράσεις:
biegłość, kompetencja, sprawność, umiejętność, uzdolnienie, wprawa, zdolność, zręczność
Λεξικό:
αλβανικά
Μεταφράσεις:
aftësi, adresë, prirje
Λεξικό:
ουγγρική
Μεταφράσεις:
hatáskör, hatásfok, hathatósság, termelékenység, ismeret, tudás, képesség, gyakorlás, adottság, érzék, képesítés, agilitás, fürgeség, gyakorlottság, ipar, ügyesség
Λεξικό:
δανική
Μεταφράσεις:
adresse, effektivitet, kunst, begavelse, talent, øvelse, praksis, rutine, åndsevne, evne, fakultet, fatteevne, sine, ydeevne, kneb, knep, slug
Λεξικό:
λιθουανική
Μεταφράσεις:
adresas, praktika
Λεξικό:
σλοβενική
Μεταφράσεις:
naslov
Λεξικό:
εσθονική
Μεταφράσεις:
võime, mahutavus

Σχετικές λέξεις

ικανότητα για δικαιοπραξία, ικανότητα συνώνυμο, ικανότητα πρόσκτησης εσωτερικής γνώσης, ικανότητα δικαιοπραξίας, ικανότητα ανταλλαγής κατιόντων, ικανότητα συγκέντρωσης, ικανότητα έλξης του αυτοκινήτου, ικανότητα διαχείρισης αλλαγών, ικανότητα δικαίου, ικανότητα προς δικαιοπραξία