lexiko-gr.com Δωρεάν ηλεκτρονικό λεξικό γλώσσα.

Κατάλογος των μεταφράσεων: κατοικώ

Λεξικό:
αγγλικά
Μεταφράσεις:
abide, domicile, dwell, inhabit, live, reside, stay, occupy
κατοικώ
Λεξικό:
τσεχική
Μεταφράσεις:
bydlet, meškat, obývat, prožít, sídlit, žít, zůstávat
Λεξικό:
γερμανικά
Μεταφράσεις:
bewohnen, bleiben, leben, wohnen, hausen
Λεξικό:
δανική
Μεταφράσεις:
bebo, blive, bo, boning, bor, leve
Λεξικό:
ισπανικά
Μεταφράσεις:
habitar, morar, quedar, quedarse, residir, vivir
Λεξικό:
γαλλικά
Μεταφράσεις:
demeurer, habiter, loger, percher, résider, installe
Λεξικό:
ιταλικά
Μεταφράσεις:
abitare, alloggiare, campare, dimorare, esistere, risiedere, stare, vivere
Λεξικό:
νορβηγικά
Μεταφράσεις:
bebo, bli, bo, boning, bor, leve
Λεξικό:
ρωσικά
Μεταφράσεις:
жить, квартировать, обитать, проживать
Λεξικό:
σουηδικά
Μεταφράσεις:
bo, boning, bostad, vistelse, bebo
Λεξικό:
αλβανικά
Μεταφράσεις:
banoj, jetoj, rri, rroj
Λεξικό:
λευκορωσίας
Μεταφράσεις:
жыць, пражываць
Λεξικό:
εσθονική
Μεταφράσεις:
elunema, jääma
Λεξικό:
φινλανδικά
Μεταφράσεις:
asua, elää, elellä, jäädä
Λεξικό:
κροατικά
Μεταφράσεις:
stanovati, živjeti
Λεξικό:
ουγγρική
Μεταφράσεις:
lakni
Λεξικό:
λιθουανική
Μεταφράσεις:
būti, gyventi, likti
Λεξικό:
πορτογαλικά
Μεταφράσεις:
existir, ficar, habitar, morar, quedar, residir, vibre, viver
Λεξικό:
σλοβενική
Μεταφράσεις:
stanovati
Λεξικό:
ουκρανικά
Μεταφράσεις:
баріться, віяти, дихніть, жити, залишатися, залишитися, зупинятися, існувати, існуйте, лишатися, лишитися, мешкайте, мешкати, перебування, перебувати, перебудьте, подих, пожити, проживати, хатина
Λεξικό:
πολωνική
Μεταφράσεις:
mieszkać, zamieszkiwać

Σχετικές λέξεις

κατοικώ ετυμολογία, κατοικώ στα αγγλικά, κατοικώ συνώνυμα