lexiko-gr.com Δωρεάν ηλεκτρονικό λεξικό γλώσσα.

Κατάλογος των μεταφράσεων: κλαδί

Λεξικό:
αγγλικά
Μεταφράσεις:
agency, branch, society, subsidiary, bough, leg, limb, offshoot, twig, arm, brachium, affiliate, body, compartment, department, detachment, division, form, picket, posse, section, squad, troop, ward
κλαδί
Λεξικό:
τσεχική
Μεταφράσεις:
filiálka, pobočka, haluz, obor, odbočka, odvětví, rameno, ratolest, rozvětvení, snítka, větev, četa, činnost, členění, dav, dělení, divize, mužstvo, obvod, odbor, oddělení, oddíl, odloučení, okres, průřez, referát, řez, rozdělení, sekce, úsek, vyčlenění
Λεξικό:
γερμανικά
Μεταφράσεις:
filiale, niederlassung, zweige, zweigniederlassung, ast, verzweigung, zweifüßler, zweig, abteilung, division, kommando, segmentierung, teilung, trupp, truppe
Λεξικό:
δανική
Μεταφράσεις:
filial, afdeling, gren, kvist, grin, deling, departement, division, embede, fordeling, ministerium, troppo
Λεξικό:
ισπανικά
Μεταφράσεις:
filial, sucursal, rama, ramo, brigada, departamento, dependencia, destacamento, división, partición, sección, tropa
Λεξικό:
γαλλικά
Μεταφράσεις:
filiale, succursale, andouiller, branche, pampre, rameau, ramification, brigade, département, détachement, district, division, embranchement, section, service, spécialité, troupe
Λεξικό:
ιταλικά
Μεταφράσεις:
filiale, succursale, branca, frasca, ramo, ramoscello, compartimento, dipartimento, divisione, drappello, reparto, scompartimento, serie, sezione, truppa
Λεξικό:
νορβηγικά
Μεταφράσεις:
filial, grein, gren, kvist, avdeling, avdelning, deling, divisjon, gjeng, mannskap, tropp, trupp
Λεξικό:
ρωσικά
Μεταφράσεις:
филиал, ветвь, ветка, отдел, отделение, отрасль, отряд, подразделение
Λεξικό:
σουηδικά
Μεταφράσεις:
dotterbolag, filial, grain, gren, avdelning, tropp, trupp
Λεξικό:
αλβανικά
Μεταφράσεις:
degë
Λεξικό:
φινλανδικά
Μεταφράσεις:
haarakonttori, haaraliike, ala, haara, oksa, divisioona, jakaminen, jako, jakolasku, jakso, jaosto, joukko, joukkue, lääni, lokero, osasto
Λεξικό:
πορτογαλικά
Μεταφράσεις:
filial, sucursal, galho, rama, ramal, ramo, vara, galo, brigada, compartimento, departamento, destacamento, divisada, divisão, equipe, especialidade, participo, secção, tropa
Λεξικό:
σλοβακική
Μεταφράσεις:
pobočka
Λεξικό:
πολωνική
Μεταφράσεις:
filia, gałąź, konar, oddział
Λεξικό:
λευκορωσίας
Μεταφράσεις:
ветка, галiна, галіна, атрад
Λεξικό:
εσθονική
Μεταφράσεις:
oks, diviis, divisjon, ministeerium, osakond
Λεξικό:
ουγγρική
Μεταφράσεις:
ágacska, ágazat, faág, fatörzs, vastag, különítmény, osztag, osztály, osztás, rész, részleg
Λεξικό:
λιθουανική
Μεταφράσεις:
šaka, brigada, departamentas, divizija, skyrius
Λεξικό:
ουκρανικά
Μεταφράσεις:
віта, вітка, віття, галуззя, галузка, галузь, гілка, гілку, гілля, кінцівка, підрозділ, розгалуження, рука, спорідненість, сук, філіал, філія, член, ансамбль, банда, вечір, вечірка, відділ, відділення, відмежування, відокремлення, галузевий, група, департамент, діапазон, ділянка, ескадра, ескадрон, загін, ізоляція, когорта, міністерство, область, оркестр, партійний, партія, роздавити, розділення, розлучення, розчавити, сегрегація, сторона, стрічка, стьожка, управління, факультет, чавити
Λεξικό:
κροατικά
Μεταφράσεις:
grana, brigada, divizija, odjeljenje
Λεξικό:
βουλγαρικά
Μεταφράσεις:
отдел, отряд
Λεξικό:
ρουμανική
Μεταφράσεις:
divizie, împărţire
Λεξικό:
σλοβενική
Μεταφράσεις:
oddelek

Σχετικές λέξεις

κλαδί ελιάς, κλαδί στα αγγλικά, κλαδί μαρούσι, κλαδί ελιάς μεσορόπη, κλαδί δεντρου, κλαδί ελιάς συμβολισμός, κλαδί ελιάς φωτογραφίες, κλαδί design shop, κλαδί ελιάς μπομπονιέρα, κλαδί ελιάς suites winery restaurant