lexiko-gr.com Δωρεάν ηλεκτρονικό λεξικό γλώσσα.

Κατάλογος των μεταφράσεων: κοινός

Λεξικό:
αγγλικά
Μεταφράσεις:
banal, commonplace, corny, hackneyed, platitudinous, prosy, stale, trite, trivial, uninspired, daily, day-to-day, diurnal, everyday, ordinary, quotidian, workaday, characterless, common, generic, jack, plain, profane, vulgar, casual, ferial, habitual, prosaic, veniality, communal, public, social, societal, association, collaborative, commitment, concerted, conjoint, cooperative, joint, mutual, one, shared, all-in, cumulative, inclusive, total
κοινός
Λεξικό:
τσεχική
Μεταφράσεις:
banální, běžný, nudný, obyčejný, omšelý, otřelý, otřepaný, tuctový, všední, vyšlapaný, deník, denně, denní, každodenně, každodenní, obvyklý, hrubý, jednoduchý, lidový, obecný, prostý, společný, sprostý, vulgární, družný, pospolitý, sociální, společenský, hromadný, kolektivní, obecní, veřejný, kumulativní, spojený
Λεξικό:
γερμανικά
Μεταφράσεις:
banal, fad, fade, platt, alltäglich, täglich, tagsüber, tagtäglich, üblich, augenscheinlich, einfach, einleuchtend, gemein, gemeinsam, gewöhnlich, klar, offenbar, ordinär, schlicht, gesellig, gesellschaftlich, sozial, gemeinschaftlich, gesamt
Λεξικό:
δανική
Μεταφράσεις:
banal, almindelig, daglig, hverdags, hverdagslig, ordinær, sædvanlig, enkel, fælles, gemen, låg, vanlig, hverdag, social, samhørig
Λεξικό:
ισπανικά
Μεταφράσεις:
andado, banal, trivial, corriente, cotidiano, diariamente, diario, habitual, ordinario, adocenado, claro, común, evidente, manifiesto, pedestre, prosaico, raso, sencillo, vulgar, cívico, sociable, social, colectivo, compartido, mutuo, conjunto, global, junto
Λεξικό:
γαλλικά
Μεταφράσεις:
banal, battu, commun, fade, impersonnel, quelconque, stéréotypé, habituel, journalier, journellement, ordinaire, quotidien, ancolie, ban, grossi, oreillette, prosaïque, ricin, simple, vulgaire, férial, férié, ouvrable, véniel, sociable, social, collectif, public, conjoint, cumulatif
Λεξικό:
ιταλικά
Μεταφράσεις:
banale, comune, giornaliero, ordinario, quotidiano, liscio, mero, piano, plebeo, semplice, usuale, volgare, sociale, socievole, collettivo
Λεξικό:
νορβηγικά
Μεταφράσεις:
banal, flau, daglig, hverdags, hverdagslig, felles, gemen, låg, ordinær, vanlig, alminnelig, hverdag, samfunnsmessig, selskapelig, sosial, samhørig
Λεξικό:
ρωσικά
Μεταφράσεις:
банален, банальный, ежедневный, затрапезный, обыден, обыденный, обычный, повседневный, суточный, дюжинный, нарицательный, общий, обыкновенный, очевидный, простой, совместный, явный, ясный, будничный, обиходный, общественный, социален, социальный, единый, совокупный, сообщительности, сопредельность, сопромат, сопромата
Λεξικό:
σουηδικά
Μεταφράσεις:
alldaglig, banal, daglig, lönande, gemen, låg, ordinär, vanlig, vardaglig, samhällelig, social, gemensam, samfälld, samhörig, sammanlagd
Λεξικό:
λευκορωσίας
Μεταφράσεις:
банальны, штодзённы, грамадскі, сацыяльны, агульны, сумесны, супольны
Λεξικό:
εσθονική
Μεταφράσεις:
kulunud, harilik, ühine
Λεξικό:
φινλανδικά
Μεταφράσεις:
arkinen, arkipäiväinen, jokapäiväinen, päivittäinen, alhainen, mutkaton, tavallinen, yleinen, sosiaalinen, yhteiskunnallinen, keskinäinen
Λεξικό:
ουγγρική
Μεταφράσεις:
lapos, mindennapos, napi, rendes, vulgáris, hétköznapi, közhely, köznapi, mindennapi, szociális, társadalmi, társasági, közös, társas
Λεξικό:
πορτογαλικά
Μεταφράσεις:
andado, banal, comuna, trivial, vulgar, diariamente, diário, ordinário, quotidiano, usual, claro, comum, evidente, prosaico, raso, simples, civil, social, colectivo, conjunto, general, genérico, global, mutuo, plenário, sumario, total
Λεξικό:
ρουμανική
Μεταφράσεις:
banal, zilnic, comun, obişnuit
Λεξικό:
ουκρανικά
Μεταφράσεις:
вирізати, вирізка, відрізаний, відрізати, зріз, косити, нудний, обшуканий, порвати, поривати, поріз, порізати, різати, розрізати, розтинати, скоротити, скорочення, скорочування, скорочувати, стригти, тривіальний, фасон, щоденний, денний, домашній, звичайний, повсякденний, громадський, колективний, комунальний, соціальний, суспільний, взаємний, генерал, генеральний, головний, загальна, загальне, загальний, згуртований, корпоративний, недокладний, обопільний, родовий, спільний, сполучений, сумісний, чистий
Λεξικό:
πολωνική
Μεταφράσεις:
banalny, codzienny, pospolity, powszedni, społeczny, wspólny, łączny
Λεξικό:
αλβανικά
Μεταφράσεις:
ditor, shoqëror
Λεξικό:
κροατικά
Μεταφράσεις:
dnevno, običan, redovan, svakidašnji, uobičajen, jednostavan, vulgaran, javan, zajednički
Λεξικό:
βουλγαρικά
Μεταφράσεις:
обикновен, общ
Λεξικό:
λιθουανική
Μεταφράσεις:
bendras, eilinis, paprastas

Σχετικές λέξεις

κοινός τόπος, κοινός νους, κοινός λόγος, κοινός λογαριασμός, κοινός παρονομαστής, κοινός παρονομαστής lyrics, κοινός τόπος νάουσα, κοινός τόπος facebook, κοινός τόπος ψυχιατρικής νευροεπιστημών & επιστημών του ανθρώπου, κοινός παρονομαστής master tempo stixoi