lexiko-gr.com Δωρεάν ηλεκτρονικό λεξικό γλώσσα.

Κατάλογος των μεταφράσεων: κορδόνι

Λεξικό:
αγγλικά
Μεταφράσεις:
cord, cordage, hawser, lariat, line, rope, tether, tightrope, tight-rope, hackamore, chord, gut, string, brag, fastening, lace, train, twine, tape, file, packthread
κορδόνι
Λεξικό:
τσεχική
Μεταφράσεις:
kabel, lano, oprátka, provaz, řetěz, smyčka, šňůra, struna, tětiva, motouz, pochod, provázek, průvod, špagát, svazek, tkanička, lanko, páska, šňůrka, stužka, vaz, vlákno
Λεξικό:
γερμανικά
Μεταφράσεις:
kabel, leine, schnur, seil, strang, strick, tau, strandwächter, saite, spagat, binder, bindfaden
Λεξικό:
δανική
Μεταφράσεις:
kabel, line, reb, rip, snor, tov, streng, række, sejlgarn, band, hyssing, snøre, tålt
Λεξικό:
ισπανικά
Μεταφράσεις:
cable, cordel, cuerda, maroma, soga, cordón, correa, ramal, bramante, hilo, atadura
Λεξικό:
γαλλικά
Μεταφράσεις:
amarre, câble, corde, hauban, plate-longe, voltige, cordon, liure, longe, cordeau, cordelière, défilé, étendoir, ficelle, lien, attache, cordelette, cordonnet, fil, ganse, lacs, tirant, tirette
Λεξικό:
ιταλικά
Μεταφράσεις:
cavo, corda, fune, cordone, spago, laccio
Λεξικό:
νορβηγικά
Μεταφράσεις:
ankerkjetting, kabel, lina, line, reip, rep, snor, tau, streng, band, hyssing, snodd, snøre, tåt
Λεξικό:
ρωσικά
Μεταφράσεις:
кабель, канат, верёвка, струна, веревка, вереница, шнур, бечевка, бечёвка, веревочка, лента, шнурок, шпагат
Λεξικό:
σουηδικά
Μεταφράσεις:
lina, rep, sträng, snor, band, hyssing, snodd, snöre, tåt
Λεξικό:
βουλγαρικά
Μεταφράσεις:
кабел
Λεξικό:
λευκορωσίας
Μεταφράσεις:
вяроука, струна, род, шнур, шнура, шпагат
Λεξικό:
εσθονική
Μεταφράσεις:
nöör
Λεξικό:
φινλανδικά
Μεταφράσεις:
kaapeli, köysi, nuora, vaijeri, jänne, naru, nauha, nyöri
Λεξικό:
κροατικά
Μεταφράσεις:
uže
Λεξικό:
ουγγρική
Μεταφράσεις:
kötél, telefonzsinór, húr, madzag, spárga, zsineg, zsinór
Λεξικό:
λιθουανική
Μεταφράσεις:
kabelis, špagatas, virvė, virvelė, styga, raištis, virtinė
Λεξικό:
πορτογαλικά
Μεταφράσεις:
cabo, cabule, corda, cordel, curda, atadura, bramante, fio, laco, laço, cordoe
Λεξικό:
σλοβακική
Μεταφράσεις:
lano
Λεξικό:
ουκρανικά
Μεταφράσεις:
канат, мотузка, струна, аркан, вишикувати, вишикуватися, вірьовка, генеалогія, загата, звивати, звити, зморшка, капюшон, кільце, колія, лінія, обмотати, обмотка, обмотувати, обрис, пороття, риска, ряд, тягнутися, черга, шнур, шпагат
Λεξικό:
πολωνική
Μεταφράσεις:
lina, powróz, struna, sznur, sznurek, szpagat
Λεξικό:
σλοβενική
Μεταφράσεις:
struna
Λεξικό:
αλβανικά
Μεταφράσεις:
spango

Σχετικές λέξεις

κορδόνι paracord, κορδόνι ποντικοουρά, κορδόνι ορειβατικό, κορδόνι δενδροκομίας, κορδόνι λύκρα, κορδόνι soutache, κορδόνι με βελονάκι, κορδόνι αμιάντου, κορδόνι καουτσούκ, κορδόνι κερωμένο