lexiko-gr.com Δωρεάν ηλεκτρονικό λεξικό γλώσσα.

Κατάλογος των μεταφράσεων: κρύβομαι

Λεξικό:
αγγλικά
Μεταφράσεις:
bury, hide, hoard, put, putt, sheathe, stow, tuck, skulk, underlie, inhume, obscure, conceal, blind, cloak, ensconce, calfskin, dissemble, dissimulate, hid, hidden, hoodwink, mask, secrete, shroud, suppress, obstruct, overshadow
κρύβομαι
Λεξικό:
τσεχική
Μεταφράσεις:
schovávat, skrýt, skrývat, ukrýt, ukrývat, zahalit, zakrývat, zasunout, zatajit, schovat, uschovat, halit, zakrýt, utajit, zamlčet, zamlčovat, zaclonit, zahrabat, maskovat, pokrýt, potlačit, tajit, zamaskovat, zastřít, krýt, zabraňovat, zastínit
Λεξικό:
γερμανικά
Μεταφράσεις:
verbergen, verstecken, decken, einstecken, weggelegt, verheimlichen, verschweigen, bedecken, einhüllen, tarnen, unterdrücken, unterschlagen, verhüllen, verschleiern, zudecken, verdecken
Λεξικό:
ισπανικά
Μεταφράσεις:
criar, disimular, encubrir, esconder, esconderse, guardar, inhumar, ocultar, tapar, recatar, ocultarse, cubrir, embozar, callar, celar, disfrazar, enmascarar, reservar, escudar, ofuscar, rebozar
Λεξικό:
γαλλικά
Μεταφράσεις:
cacher, escamoter, masquer, celer, dissimuler, receler, repairer, garder, planquer, taire, dérober, ensevelir, couvrir, marronner, renfermer, voiler, abriter, défendre, offusquer, ombrager, retrancher
Λεξικό:
ιταλικά
Μεταφράσεις:
nascondere, nascondersi, occultare, seppellire, offuscare, mascherare, ombreggiare
Λεξικό:
νορβηγικά
Μεταφράσεις:
gjemme, skjule, vara, dølge, hølja, mask, sølja
Λεξικό:
ρωσικά
Μεταφράσεις:
погребать, прятать, хоронить, запрятать, припрятать, спрятать, схоронить, скрыть, таить, укрывать, скрывать, утаивать, закрывать, заслонять
Λεξικό:
σουηδικά
Μεταφράσεις:
glemme, gömma, vara, dölja, hölja, lock, mask, maskera, slöja, avblända, skymma
Λεξικό:
αλβανικά
Μεταφράσεις:
fsheh, mbuloj
Λεξικό:
λευκορωσίας
Μεταφράσεις:
таіць, хаваць, хоронить, скрыць, утаіць, скрываць, таіцца, утойваць, накрываць
Λεξικό:
φινλανδικά
Μεταφράσεις:
kätkeä, salailla, salata, peittää, varjostaa
Λεξικό:
ουγγρική
Μεταφράσεις:
elrak, elrejt, bújik, fedni, elrejteni, elbújni, elrejtőzni, elbújik, elbújtat, bujkál, bújtat, elbújtatni, rejtőzködik
Λεξικό:
λιθουανική
Μεταφράσεις:
slėpti, slėptis
Λεξικό:
πορτογαλικά
Μεταφράσεις:
acobertar, esconder, ocultar, refugiar, sepultar, tapar, encobrir, camuflar, cobrir, preservar, recatar, silenciar, esconderes
Λεξικό:
ρουμανική
Μεταφράσεις:
ascunde
Λεξικό:
σλοβακική
Μεταφράσεις:
skryť
Λεξικό:
ουκρανικά
Μεταφράσεις:
виділіть, зарийте, заховати, зборка, переховати, переховувати, поховати, приховайте, приховати, приховувати, складка, сховати, ховати, ховатися, годувальниця, медсестра, нянька, няньчити, таїти, таїтись, таїтися, вгамувати, відніміть, вкривати, гамувати, заборонити, забороняти, заховувати, лицемірте, подавити, подавляти, придушити, придушувати, симулюйте, стримати, стримувати, сховатися, сховище, удержати, удержувати, укривати, утаювати, утримати, утримувати, ховайтеся
Λεξικό:
πολωνική
Μεταφράσεις:
chować, kryć, schować, skryć, taić, ukryć, ukrywać, zasłaniać
Λεξικό:
δανική
Μεταφράσεις:
skjule, glemme, dølge, mask
Λεξικό:
κροατικά
Μεταφράσεις:
kriti, pokriti, zakloniti

Σχετικές λέξεις

κρύβομαι ονειροκρίτης, κρύβομαι στο αντίο, κρύβομαι συνώνυμο, κρύβομαι στο αντίο στίχοι, κρύβομαι κλίση, κρύβομαι μετάφραση, κρύβομαι στο όνειρο, εγώ κρύβομαι