lexiko-gr.com Δωρεάν ηλεκτρονικό λεξικό γλώσσα.

Κατάλογος των μεταφράσεων: λιώνω

Λεξικό:
αγγλικά
Μεταφράσεις:
defrost, melt, thaw, disband, solve, unloose, decompose, dilute, dissolve, resolve, found, fuse, smelt, drown, liquefy
λιώνω
Λεξικό:
τσεχική
Μεταφράσεις:
rozmrazit, rozmrazovat, rozmrznout, rozpouštět, rozpustit, roztát, tát, luštit, mizet, řešit, rozřešit, roztavit, smíchat, tavit, vyluštit, vyřešit, ředit, rozhodnout, rozkládat, rozředit, tlít, zničit, zředit, zrušit, odlít, slévat, ulít, slít, sloučit, slučovat, smísit, spojit, potopit, topit, utopit, zatopit, zkapalnit
Λεξικό:
γερμανικά
Μεταφράσεις:
abfrieren, auftauen, tauen, auflösen, lösen, zergehen, auslassen, schmelzen, getaut, ertränken, ertrinken, schmelze
Λεξικό:
ισπανικά
Μεταφράσεις:
descongelar, deshelar, deshelarse, derretirse, deshacer, disolver, disolverse, fundir, resolver, solucionar, derretir, desatar, diluir, malcriar, liquidar, fundirse, ahogar, ahogarse, anegar, licuar, ligar, sumergir, fundición
Λεξικό:
γαλλικά
Μεταφράσεις:
dégeler, déglacer, disperser, dissocier, dissoudre, fluidifier, fondre, licencier, résoudre, débaucher, diluer, fuser, liquéfier, mixtionner, propager, allier, coule, noyer
Λεξικό:
ιταλικά
Μεταφράσεις:
disgelare, sgelare, fondere, liquefarsi, risolvere, sciogliere, sciogliersi, struggere, dissolvere, affogare, annegare, liquefare
Λεξικό:
νορβηγικά
Μεταφράσεις:
tine, oppløse, smelte, beslutte, tø
Λεξικό:
ρωσικά
Μεταφράσεις:
отмерзать, оттаивать, таять, распустить, растворить, распускать, растворять, расформировывать, расплавлять, растапливать, растопить, расплавить, сплавить, топить, вытопи
Λεξικό:
εσθονική
Μεταφράσεις:
sulatama
Λεξικό:
πορτογαλικά
Μεταφράσεις:
degelar, descongelar, desvelasse, debelar, dissolver, fundir, resolver, solucionar, desatar, afogar, derretesse, desvelar, linchar, liquidar
Λεξικό:
πολωνική
Μεταφράσεις:
odmarzać, rozpuścić, rozpuszczać, roztapiać, roztopić, stopić, tajać, topić, topnieć, wytop
Λεξικό:
δανική
Μεταφράσεις:
smelte, beslutte, opløse, tø, drukne
Λεξικό:
σουηδικά
Μεταφράσεις:
upplösa, lösa, smälte, smälta
Λεξικό:
αλβανικά
Μεταφράσεις:
shkrij, tres
Λεξικό:
φινλανδικά
Μεταφράσεις:
sulaa, sulattaa, laimentaa
Λεξικό:
κροατικά
Μεταφράσεις:
riješiti
Λεξικό:
λευκορωσίας
Μεταφράσεις:
расфарміроўваць, адтопліваць, ацяпляць, паліць, тапіць, топить
Λεξικό:
ουκρανικά
Μεταφράσεις:
розпускати, танути, багаття, потонути, потопати, потопити, стріляти, тоніть, тонути, топити, утопити
Λεξικό:
ουγγρική
Μεταφράσεις:
megolvadni, olvad, belefojtani, fullaszt
Λεξικό:
σλοβακική
Μεταφράσεις:
topenia

Σχετικές λέξεις

λιώνω για σένα στίχοι, λιώνω και το ξερεις, λιώνω ή λειώνω, λιώνω για σένα, λιώνω xatzifrageta στιχοι, λιώνω - xatzifrageta, λιώνω και δεν παλιωνω