lexiko-gr.com Δωρεάν ηλεκτρονικό λεξικό γλώσσα.

Κατάλογος των μεταφράσεων: λογικός

Λεξικό:
αγγλικά
Μεταφράσεις:
adequate, reasonable, consequent, consequential, logic, logical, advisable, astute, discreet, down-to-earth, judicious, judiciousness, politic, prudent, sagacious, sane, saner, sanest, sensible, well-judged, comprehending, rational, sapient, smart, thinking, wit
λογικός
Λεξικό:
τσεχική
Μεταφράσεις:
rozumný, slušný, moudrý, opatrný, rozvážný, bystrý, chytrý, inteligentní
Λεξικό:
γερμανικά
Μεταφράσεις:
angemessener, vernünftig, verständig, folgerecht, konsequent, logisch, einsichtig, klug, sinnvoll, verstanden, weise, gescheit, intelligent, scharfsinnig
Λεξικό:
δανική
Μεταφράσεις:
fornuftig, logik, logisk, forstandig, klog, klok, gløgg, intelligent
Λεξικό:
ισπανικά
Μεταφράσεις:
razonable, consecuente, lógica, lógico, cabal, considerado, cuerdo, discreto, juicioso, maduro, módico, prudente, sabio, sensato, cauto, inteligente, racional
Λεξικό:
γαλλικά
Μεταφράσεις:
raisonnable, conséquent, logique, suivi, judicieux, juste, sage, sensé, avisé, intelligent
Λεξικό:
ιταλικά
Μεταφράσεις:
equo, ragionevole, logica, logico, assennato, saggio, accorto, intelligente, razionale
Λεξικό:
ρωσικά
Μεταφράσεις:
благоразумный, толковый, логика, логичен, логический, логичный, благоразумен, здравый, рассудителен, рассудительный, мудрый, разумен, разумный, умный
Λεξικό:
σουηδικά
Μεταφράσεις:
förnuftig, rimlig, logisk, forstandig, förståndig, klok, resonabel, resonlig, vettig, intelligent
Λεξικό:
πορτογαλικά
Μεταφράσεις:
razoaste, coerente, discursivo, lógica, lógico, circunspecto, discreto, formal, judicioso, módico, ponderado, prudente, reflexivo, sábio, sagaz, sensato, astuto, cauto, inteligente, racional
Λεξικό:
σλοβακική
Μεταφράσεις:
rozumný
Λεξικό:
πολωνική
Μεταφράσεις:
dorzeczny, logiczny, rozsądny, rozumny
Λεξικό:
νορβηγικά
Μεταφράσεις:
følgeriktig, logikk, logisk, rasjonal, fornuftig, forstandig, klok, vettig, gløgg, intelligent
Λεξικό:
βουλγαρικά
Μεταφράσεις:
логика
Λεξικό:
λευκορωσίας
Μεταφράσεις:
лагічны, разважны, разумны
Λεξικό:
εσθονική
Μεταφράσεις:
loogika, loogiline, mõistlik, tark, arukas, nutikas
Λεξικό:
φινλανδικά
Μεταφράσεις:
logiikka, älykäs, äly, järkevä, viisas
Λεξικό:
κροατικά
Μεταφράσεις:
logičan, logika, razuman, pametan
Λεξικό:
ουγγρική
Μεταφράσεις:
logika, logikai, bölcs, épeszű, értelmes, ésszerű, higgadt, józan, eszes, intelligens
Λεξικό:
λιθουανική
Μεταφράσεις:
logika, logiškas
Λεξικό:
ουκρανικά
Μεταφράσεις:
ґрунтовний, дискусійний, звук, звучати, здоровий, логічний, міцний, справний, безсторонній, доречний, доцільний, завбачливий, законний, кмітливий, критичний, мудрий, навмисний, неупереджений, обачливий, обачний, обдуманий, обережний, обізнаний, обміркований, передбачливий, поінформований, прийнятний, прозорливий, проникливий, процесуальний, рекомендовано, розважливий, розважний, розсудливий, розумний, скромний, судовий, урівноважений, інтелектуальний, нормальний, раз-розумний, раціональний, розуміння, цілющий

Σχετικές λέξεις

λογικός θετικισμός, λογικός και συναρτησιακός προγραμματισμός, λογικός συνώνυμα, λογικός εμπειρισμός, λογικός θετικισμός popper, λογικός προγραμματισμός, λογικός σχεδιασμός, λογικός αναλυτής, λογικός ατομισμός, λογικός συλλογισμός