lexiko-gr.com Δωρεάν ηλεκτρονικό λεξικό γλώσσα.

Κατάλογος των μεταφράσεων: μετριάζω

Λεξικό:
αγγλικά
Μεταφράσεις:
alleviate, appease, assuage, attenuate, commute, deaden, ease, extenuate, heal, mitigate, moderate, mollify, placate, qualify, salve, sleek, soften, soothe
μετριάζω
Λεξικό:
τσεχική
Μεταφράσεις:
chlácholit, hladit, konejšit, krotit, lichotit, mírnit, oslabit, tišit, tlumit, uchlácholit, uklidnit, ukojit, ukonejšit, upokojit, uspokojit, utišit, uvolnit, zeslabit, zjemnit, změkčit, zmenšit, zmírnit, zmírňovat, ztlumit
Λεξικό:
γερμανικά
Μεταφράσεις:
gelindert, lindern, mildern
Λεξικό:
δανική
Μεταφράσεις:
berolige, lindr
Λεξικό:
ισπανικά
Μεταφράσεις:
ablandar, acallar, amansar, apaciguar, atemperar, atenuar, calmar, dulcificar, endulzar, entibiar, moderar, suavizar, templar
Λεξικό:
γαλλικά
Μεταφράσεις:
adoucir, apaiser, atténuer, calmer, estomper, flatter, humaniser, lénifier, mitiger, modérer, pallier, radoucir, relâcher, tempérer, velouter
Λεξικό:
ιταλικά
Μεταφράσεις:
acquietare, alleviare, ammansire, annacquare, attenuare, attutire, calmare, mitigare, moderare, pacare, placare, sopire, temperare
Λεξικό:
νορβηγικά
Μεταφράσεις:
berolige, blidka, lindr, lindra, lugn
Λεξικό:
ρωσικά
Μεταφράσεις:
скрашивать, смягчать, умерять, утолять
Λεξικό:
σουηδικά
Μεταφράσεις:
blidka, förmildra, lätta, lätthet, lindra, lugn, mildra
Λεξικό:
λευκορωσίας
Μεταφράσεις:
змякчаць, памякчаць
Λεξικό:
φινλανδικά
Μεταφράσεις:
helpottaa, hillitä, huojentaa, lepyttää, lieventää, vaimentaa
Λεξικό:
κροατικά
Μεταφράσεις:
ublažiti
Λεξικό:
ουγγρική
Μεταφράσεις:
csillapítani, enyhíteni, mérsékelni
Λεξικό:
πορτογαλικά
Μεταφράσεις:
abrandar, amaciar, atenuar, chamadas, entulhar, mitigar, moderar, suavizar, temperar
Λεξικό:
ρουμανική
Μεταφράσεις:
atenua
Λεξικό:
ουκρανικά
Μεταφράσεις:
видозмінити, видозмінювати, відіслати, відсилати, врятувати, заспокоїти, заспокойте, заспокоювати, здіймати, змініть, кваліфікувати, навчати, навчатися, навчити, навчитися, освітліть, ослабити, ослабитися, ослаблювати, ослаблюватися, ослабте, передавати, передати, переказати, переказувати, підкорити, підкоріть, підкоряти, підсолодіть, послабити, послаблювати, припинити, припиняти, простити, прощати, розслабитися, розслаблятися, рятувати, слабнути
Λεξικό:
πολωνική
Μεταφράσεις:
łagodzić

Σχετικές λέξεις

μετριάζω συνώνυμα, μετριάζω συνωνυμο, μετριάζω τι σημαίνει