lexiko-gr.com Δωρεάν ηλεκτρονικό λεξικό γλώσσα.

Κατάλογος των μεταφράσεων: μόνο

Λεξικό:
αγγλικά
Μεταφράσεις:
alone, bare, one, only, single, sole, unique, barely, but, exclusively, just, merely, purely
μόνο
Λεξικό:
τσεχική
Μεταφράσεις:
jakýsi, jeden, jedině, jedinečný, jediný, jednička, jednotný, kterýsi, nějaký, ojedinělý, opuštěný, osamělý, osamocený, pouhý, sám, samotářský, samotný, unikátní, jen, pouze, prostě, toliko
Λεξικό:
γερμανικά
Μεταφράσεις:
allein, alleinig, eins, einsam, einzig, einzigartig, singulär, sondergleichen, als, bloß, irgend, lauter, lediglich, nur
Λεξικό:
δανική
Μεταφράσεις:
alene, en, end, eneste, ensom, et, isoleret, solo, ugift, unik, bare, blot, kun
Λεξικό:
ισπανικά
Μεταφράσεις:
exclusivo, singular, solitario, solo, único, uno, meramente, puramente, sino, solamente, sólo
Λεξικό:
γαλλικά
Μεταφράσεις:
seul, solitaire, un, unique, uniquement, seulement
Λεξικό:
ιταλικά
Μεταφράσεις:
romito, singolo, solitario, solo, unico, uno, solamente, soltanto
Λεξικό:
νορβηγικά
Μεταφράσεις:
alene, en, enda, eneste, ensom, ett, solo, ugift, unik, bara, bare, blott, kun
Λεξικό:
ρωσικά
Μεταφράσεις:
един, единичный, единствен, единственный, единый, несравненный, один, одинокий, только, лишь
Λεξικό:
σουηδικά
Μεταφράσεις:
enastående, enda, oförliknelig, solo, unik, allena, bara, bare, blott, enbart, endast, ensam, ensamt
Λεξικό:
αλβανικά
Μεταφράσεις:
një, vetëm
Λεξικό:
λευκορωσίας
Μεταφράσεις:
адзіны, адна, адно, троху, трошку, толькi
Λεξικό:
εσθονική
Μεταφράσεις:
ainulaadne, ainus, üks, üksi
Λεξικό:
φινλανδικά
Μεταφράσεις:
ainoa, ainoalaatuinen, erakko, yksi, yksin, yksinäinen, ainoastaan, vain, vasta
Λεξικό:
κροατικά
Μεταφράσεις:
jedan, sam, samo
Λεξικό:
ουγγρική
Μεταφράσεις:
csakis, csupán, egy, egyedüli, egyetlen, csak
Λεξικό:
λιθουανική
Μεταφράσεις:
vienas, vienintelis, vienišas, tiktai
Λεξικό:
πορτογαλικά
Μεταφράσεις:
exclusivo, ímpar, integral, isolado, singular, só, solo, sonsinho, sozinho, único, uniforme, uno, apenas, meramente, sino, solitário, somente
Λεξικό:
ρουμανική
Μεταφράσεις:
doar, numai
Λεξικό:
σλοβενική
Μεταφράσεις:
ena, samo
Λεξικό:
ουκρανικά
Μεταφράσεις:
виключний, винятковий, ексклюзивний, єдиний, один, підошва, лиш, просто
Λεξικό:
πολωνική
Μεταφράσεις:
jedyny, tylko
Λεξικό:
σλοβακική
Μεταφράσεις:
iba

Σχετικές λέξεις

μόνο οι εραστές μένουν ζωντανοί, μόνο οι εραστές μένουν ζωντανοί που παιζεται, μόνο μια φορά, μόνο μη μου πεις πως με αγαπάς ρέμος, μόνο αυτό ζητώ στίχοι, μόνο οι εραστές μένουν ζωντανοί imdb, μόνο αυτό ζητώ, μόνο γιατί μ' αγάπησες, μόνο οι εραστές μένουν, μόνο για σένα