lexiko-gr.com Δωρεάν ηλεκτρονικό λεξικό γλώσσα.

Κατάλογος των μεταφράσεων: νομίζω

Λεξικό:
αγγλικά
Μεταφράσεις:
implant, plant, whiteout, arbitrate, believe, deem, judge, opine, presume, reckon, suppose, think, try, understand, account, attention, count, heed, mind, overlook, repute, watch, whereas
νομίζω
Λεξικό:
τσεχική
Μεταφράσεις:
osadit, osázet, postavit, upevnit, zasadit, hodlat, hodnotit, mínit, myslet, myslit, ocenit, oceňovat, odhadnout, odhadovat, odsoudit, posoudit, posuzovat, přemýšlet, rozhodnout, rozhodovat, rozsoudit, soudit, uvažovat, věřit, ctít, kalkulovat, napočítat, odhad, odpočítat, počítat, považovat, pozorovat, prohlédnout, prozkoumat, spočítat, úcta, zamýšlet
Λεξικό:
γερμανικά
Μεταφράσεις:
einsetzen, etwas, annehmen, beurteilen, denken, geglaubt, gemeint, glauben, meinen, richten, schätzen, urteilen, achten, ansehen, aufpassen, betrachten, erachten, geachtet
Λεξικό:
δανική
Μεταφράσεις:
plante, tro, anse, bedømme, beregne, dømme, mene, synes, tænke, vurdere, betrykte, esse, lala, teske
Λεξικό:
ισπανικά
Μεταφράσεις:
plantar, sentar, conceptuar, creer, estimar, imaginarse, juzgar, opinar, pensar, atender, calcular, considerar, cuidar
Λεξικό:
γαλλικά
Μεταφράσεις:
enraciner, planter, croire, estime, estimer, imaginer, juger, penser, compter, considérer, réputer
Λεξικό:
ιταλικά
Μεταφράσεις:
piantare, calcolare, credere, giudicare, opinare, pensare, presupporre, processare, ritenere, stimare, considerare, contare, conto, reputare
Λεξικό:
νορβηγικά
Μεταφράσεις:
plante, tro, anse, anta, bedømme, beregne, døma, dømme, mena, mene, synes, tenke, akta, betrakta, betrakte, ense, laga
Λεξικό:
ρωσικά
Μεταφράσεις:
насаждать, верить, думать, мнить, полагать, считать
Λεξικό:
σουηδικά
Μεταφράσεις:
plantera, tro, anse, anta, döma, mena, tycka, uppskatta, akta, beakta, betrakta, finna, laga, synes
Λεξικό:
αλβανικά
Μεταφράσεις:
mbjell, besoj, gjykoj, mendoj
Λεξικό:
λευκορωσίας
Μεταφράσεις:
саджаць
Λεξικό:
εσθονική
Μεταφράσεις:
istutama, mõtlema
Λεξικό:
φινλανδικά
Μεταφράσεις:
istuttaa, juurruttaa, arvella, laskea, luulla, tuomita, uskoa, ajatella, pitää
Λεξικό:
κροατικά
Μεταφράσεις:
držati, misliti, vjerovati
Λεξικό:
ουγγρική
Μεταφράσεις:
elültetni, növény, ültet, ültetni, bíráskodik, bíró, ítél, ítélkezik, ítélkezni, ítélni, figyel, vigyázni
Λεξικό:
λιθουανική
Μεταφράσεις:
galvoti
Λεξικό:
πορτογαλικά
Μεταφράσεις:
fincar, plantar, achar, acreditar, crer, estimar, imaginares, judiciar, julgar, opinar, pensar, atender, calcular, considerar, contar
Λεξικό:
πολωνική
Μεταφράσεις:
sadzić, uważać

Σχετικές λέξεις

νομίζω είμαι ερωτευμένη με κάποιον τι πρέπει να κάνω, νομίζω κλίση, νομίζω ετυμολογία, νομίζω συνώνυμα, νομίζω αρχικοί χρόνοι, νομίζω ότι με απατάει, νομίζω ότι τρελαίνομαι, νομίζω ότι είμαι λεσβία, νομίζω ότι είμαι έγκυος, νομίζω πωσ ακούω τον ήχο τησ φωνήσ σου