lexiko-gr.com Δωρεάν ηλεκτρονικό λεξικό γλώσσα.

Κατάλογος των μεταφράσεων: πλατύς

Λεξικό:
αγγλικά
Μεταφράσεις:
ample, baggy, big, broad, capacious, comprehensive, extensive, loose, roomy, spacious, vast, wide, expansive, flung, large, patulous, sweeping, all-embracing, pervasive, wider
πλατύς
Λεξικό:
τσεχική
Μεταφράσεις:
dalekosáhlý, daleký, hojný, objemný, obsáhlý, obšírný, prostorný, prostranný, rozlehlý, rozměrný, rozsáhlý, rozšířený, široce, široký, širý, štědrý, velký, volně, zevrubný, značný, nesmírný, ohromný
Λεξικό:
γερμανικά
Μεταφράσεις:
ausführlich, ausgedehnt, breit, geräumig, groß, umfangreich, umfassend, weit, weitgehend, weitläufig
Λεξικό:
δανική
Μεταφράσεις:
bred, løs, omfattende, sid, stor, udstrakt, vid
Λεξικό:
ισπανικά
Μεταφράσεις:
amplio, ancho, anchuroso, capaz, comprensivo, espacioso, extenso, holgado, vasto, lato
Λεξικό:
γαλλικά
Μεταφράσεις:
ample, compréhensif, étendu, large, spacieux, vaste, immense, panoramique, profond, évasé, fendu
Λεξικό:
ιταλικά
Μεταφράσεις:
ampio, aperto, esteso, largo, vasto, disteso, immenso, spazioso
Λεξικό:
νορβηγικά
Μεταφράσεις:
bred, løs, omfattende, sid, veldig, vid, utstrakt, vidløftig
Λεξικό:
ρωσικά
Μεταφράσεις:
масштабный, обширен, обширный, широкий, широк
Λεξικό:
σουηδικά
Μεταφράσεις:
lös, omfattande, rymlig, utsträckt, väldig, vid, vidlyftig, vidsträckt, ymnig, bred
Λεξικό:
βουλγαρικά
Μεταφράσεις:
голям
Λεξικό:
λευκορωσίας
Μεταφράσεις:
вялізны, вялікі, шыпокi, шырокі
Λεξικό:
εσθονική
Μεταφράσεις:
lai
Λεξικό:
φινλανδικά
Μεταφράσεις:
aava, aukea, avara, ilmava, laaja, lakea, leveä
Λεξικό:
κροατικά
Μεταφράσεις:
prostoran, širok
Λεξικό:
ουγγρική
Μεταφράσεις:
kiterjedt, széles, tág, tágas, terjedelmes, bő
Λεξικό:
πορτογαλικά
Μεταφράσεις:
amplio, amplo, capaz, espaçoso, extenso, gancho, largo, vasto, espantoso, lato
Λεξικό:
ρουμανική
Μεταφράσεις:
larg
Λεξικό:
σλοβενική
Μεταφράσεις:
širok
Λεξικό:
ουκρανικά
Μεταφράσεις:
багатотомний, бродячий, великий, вичерпний, всебічний, всеосяжний, довга, довгий, довго, довголітній, достатній, експансивний, місткий, обширний, повний, просторий, розширений, рясний, тривалий, широкий, далекосяжний, заповнений, легковажно, ситий, цілий, щедрий
Λεξικό:
πολωνική
Μεταφράσεις:
obszerny, rozległy, szeroki
Λεξικό:
λιθουανική
Μεταφράσεις:
platus
Λεξικό:
σλοβακική
Μεταφράσεις:
široký

Σχετικές λέξεις

πλατύς ραχιαίος, πλατύς κλίση, πλατύς ραχιαίος μυς, πλατύς γιαλός σίφνος, πλατύς οικονομολόγος, πλατύς γιαλός κεφαλονιά, πλατύσ γιαλόσ μύκονοσ, πλατύσ γιαλόσ, πλατύς γιαλός σίφνος ξενοδοχεία, πλατύς catering