lexiko-gr.com Δωρεάν ηλεκτρονικό λεξικό γλώσσα.

Κατάλογος των μεταφράσεων: πνευματώδης

Λεξικό:
αγγλικά
Μεταφράσεις:
acute, astute, brainy, bright, clever, cute, incisive, keener, luminous, mercurial, nimble, penetrating, perspicacious, quick, quick-witted, rapid, sagacious, sharp, sharp-witted, shrewd, smart, spry, swift, versatile, witty, facetious, humorous, jocose, jocular
πνευματώδης
Λεξικό:
τσεχική
Μεταφράσεις:
bystrozraký, bystrý, chytrý, čilý, čiperný, duchaplný, důvtipný, hbitý, inteligentní, jasný, jemný, lstivý, mrštný, příkrý, prudký, rychlý, šikovný, spádný, vtipný, zchytralý, živý
Λεξικό:
γερμανικά
Μεταφράσεις:
aufgeweckt, behände, geistreich, hurtig, intelligent, klug, rasch, reißend, scharfsinnig, schlau, schnell, spritzig, witzig
Λεξικό:
δανική
Μεταφράσεις:
blank, dreven, fiks, flink, gløgg, hurtig, intelligent, ivrig, kvik, list, livlig, lur, rask, skarp, skarpsindig, slug, smart, vittig
Λεξικό:
ισπανικά
Μεταφράσεις:
agudo, astuto, despejado, inteligente, ligero, lince, listo, perspicaz, pronto, rápido, sagaz, veloz, vivo, chistoso, gracioso, ingenioso, ocurrente, salado
Λεξικό:
γαλλικά
Μεταφράσεις:
astucieux, intelligent, perspicace, sagace, torrentueux, attique, concert, ingénieux, spirituel
Λεξικό:
ιταλικά
Μεταφράσεις:
agile, astuto, celere, dolere, frizzante, impetuoso, intelligente, lepido, perspicace, rapida, rapido, sagace, sollecito, spiritoso, sveglio, svelto, vivo
Λεξικό:
νορβηγικά
Μεταφράσεις:
akutt, blank, fiks, flink, gløgg, hurtig, ivrig, kvikk, list, livlig, lur, oppvakt, rapp, rask, skarp, skarpsindig, slug, smart, snøgg, spirituell, væska, vittig
Λεξικό:
ρωσικά
Μεταφράσεις:
быстрый, догадлив, догадливый, зоркий, зорок, находчив, находчивый, остроумный, проницательный, скорый, смекалист, смекалистый, сметлив, сметливый, смышлен, смышленый, смышлёный, сообразителен, сообразительный, умный
Λεξικό:
σουηδικά
Μεταφράσεις:
akut, blank, fiks, glögg, hurtig, ivrig, kvick, list, livlig, ljus, lur, rapp, skarp, slug, smart, värka, spirituell
Λεξικό:
βουλγαρικά
Μεταφράσεις:
бърз
Λεξικό:
λευκορωσίας
Μεταφράσεις:
быстры, кемлівы, кемны, цямлівы, шпаркі, дасціпны, трапны
Λεξικό:
εσθονική
Μεταφράσεις:
kiire, nutikas, vaimukas
Λεξικό:
φινλανδικά
Μεταφράσεις:
älykäs, eloisa, heleä, henkevä, joutuisa, kipakka, koski, nopea, sukkela, viekas, vilkas
Λεξικό:
κροατικά
Μεταφράσεις:
brz, duhovit, nagao, pametan
Λεξικό:
ουγγρική
Μεταφράσεις:
aranyos, éles, fürge, intelligens, okos, ravasz, sebes, szellemes
Λεξικό:
λιθουανική
Μεταφράσεις:
greitas, įžvalgus, sąmojingas, vikrus
Λεξικό:
πορτογαλικά
Μεταφράσεις:
agudo, ardiloso, astuto, brusco, espirituoso, inteligente, listo, perspicaz, pronto, rabudo, rápido, sagaz, veloz, vivo, chistoso, engenhoso, gracioso, ocorrente
Λεξικό:
ρουμανική
Μεταφράσεις:
înţelept
Λεξικό:
σλοβενική
Μεταφράσεις:
pameten
Λεξικό:
ουκρανικά
Μεταφράσεις:
бистрий, веселий, витончений, вогник, гладенький, гнучкий, гостра, гостре, гострий, дотепний, запалити, запалювати, засвітити, квапливий, кмітливий, легкий, літаючий, моторний, негайний, підказати, підказка, підказувати, поспішати, поспішний, похапливий, прудкий, прямий, ранковий, рівно, розумний, світлий, світло, скоро, слизький, спритний, телеграфний, терміновий, точно, тріскотіння, флот, флотилія, хутко, швидкий, швидко, винахідливий
Λεξικό:
πολωνική
Μεταφράσεις:
bystry, dowcipny

Σχετικές λέξεις

πνευματώδης συνώνυμα, πνευματώδης ετυμολογια, πνευματώδης σημασια