lexiko-gr.com Δωρεάν ηλεκτρονικό λεξικό γλώσσα.

νόμιμος στα ρωσικά

Λέξη:
νόμιμος (Αριθμός των γραμμάτων: 7)
Λεξικό:
ελληνικά-ρωσικά
Μεταφράσεις (13):
законный, легальный, правовой, юридический, правый, честный, благоразумный, верен, верный, правильный, правомерен, правомерный, справедливый
Σχετικές λέξεις:
ρωσικά νόμιμος, νόμιμος τόκος υπερημερίας 2013, νόμιμος τόκος υπερημερίας, νόμιμος τόκος, νόμιμος πληθυσμός, νόμιμος μισθός, νόμιμος στα ρωσικά, законный στα ελληνικά
νόμιμος στα ρωσικά