lexiko-gr.com Δωρεάν ηλεκτρονικό λεξικό γλώσσα.

Κατάλογος των μεταφράσεων: σκύβω

Λεξικό:
αγγλικά
Μεταφράσεις:
bend, contort, crook, curve, hook, lour, scowl, bent, decline, incline, lean, recline, slant, slope, stoop, entwist, gnarl, sinuate, swerve, turn, twist, veer, wrest, wriggle, writhe, sag, camber, contortion, arch, inflect, warp, bending, crease, flexion, flexure, bow, crouch, duck, flex, fold, hump, putrefy
σκύβω
Λεξικό:
τσεχική
Μεταφράσεις:
křivit, oblomit, ohnout, ohýbat, pokrčit, přehnout, prohnout, prohýbat, shýbat, sklonit, zahnout, zahýbat, zkřivit, kroutit, pokřivit, zkroutit, chýlit, hrbit, inklinovat, nachýlit, nahnout, nahýbat, naklánět, naklonit, sehnout, shrbit, sklánět, snížit, obrátit, otočit, stáčet, točit, zabočit, klesat, klesnout, ustoupit, ohyb, zakřivení, zatáčka, vyklenout, zakřivit, oblouk, flexe, ohnutí, ohýbání, falcovat, přehýbat, přeložit, skládat, složit
Λεξικό:
γερμανικά
Μεταφράσεις:
beugen, biegen, rümpfen, verbiegen, bücken, neigen, abbiegen, abdrehen, einbiegen, einlenken, schwenken, ablenken, biegung, krümmung, gebogen, knicken, krümmen, beugung, bug, knick, kurve
Λεξικό:
δανική
Μεταφράσεις:
bøje, svinge, helle, skråne, bukke, slynge, krumning, bøye, fold, kurve, bue, sving, folde
Λεξικό:
ισπανικά
Μεταφράσεις:
curvar, doblar, plegar, combar, encorvar, rechinar, torcer, agachar, desplomarse, inclinar, agacharse, contorcerse, enroscar, girar, retorcer, tirar, virar, anfractuosidad, curvatura, abollar, curva, corvadura, doblegar, encorvarse, pandearse
Λεξικό:
γαλλικά
Μεταφράσεις:
cintrer, courber, fléchir, plier, ployer, contourner, déformer, rechigner, tordre, déverser, incliner, pencher, baisse, baisser, cordeler, corder, cordonner, embarder, rabattre, recoquiller, retordre, tortiller, tourner, virer, diffracter, cambrure, courbure, recourbement, recourbure, bossuer, cambrer, gondoler, infléchir, replier, courbe, incurver, recourber, fléchissement, flexion, inflexion, jarret, jouer, ployage, virage, couder, voûter
Λεξικό:
ιταλικά
Μεταφράσεις:
curvare, flettere, piegare, piegarsi, chinare, pendere, chinarsi, deviare, girare, sterzare, torcere, curvatura, inarcare, curva, flessione, svolta, ripiegare
Λεξικό:
νορβηγικά
Μεταφράσεις:
bøye, kurva, båge, bukta, helle, luta, skråne, slutta, bukke, krøkka, lute, slynge, svinge, tvinne, bøyning, bukt, bukte, vika, sving
Λεξικό:
ρωσικά
Μεταφράσεις:
гнуть, кривить, наклонять, склонять, закручивать, поворачивать, свивать, скручивать, выгиб, изгиб, выгибать, изгибать, загнуть, согнуть, изгибы, кривизна, отгиб, сгиб, сгибы, сгибать
Λεξικό:
σουηδικά
Μεταφράσεις:
bända, bocka, böja, kröka, kurva, båge, bukta, böjt, luta, slutta, bräcka, vika, bukt, veck
Λεξικό:
εσθονική
Μεταφράσεις:
painutama
Λεξικό:
φινλανδικά
Μεταφράσεις:
kaartaa, taivuttaa, vääntää, kallistaa, kääntää, kaarevuus, kaarre, kaarros, köyristyä, mutka, taipua, kuolla
Λεξικό:
ουγγρική
Μεταφράσεις:
görbíteni, hajlítani, ferdíteni, görbít, görbül, hajlik, hajlít, befordul, bekanyarodik, csavarni, elkanyarodik, sodorni, görbület, hajlás, íveltség, meghajlít, meghajt, útkanyar, meghajlik, eltűnni, elveszni
Λεξικό:
λιθουανική
Μεταφράσεις:
lenktis, posūkis
Λεξικό:
πορτογαλικά
Μεταφράσεις:
curvar, dobrar, torcer, agachar, inclinar, cobrar, enroscar, girar, retorcer, virar, anfractuosidade, curvatura, curva, cornadura, lóbulo, perecer
Λεξικό:
πολωνική
Μεταφράσεις:
giąć, krzywić, pochylać, schylać, skręcać, uginać, wygięcie, wyginać, zgiąć, zgięcie, zginać
Λεξικό:
αλβανικά
Μεταφράσεις:
përkul, prirem, përkulje, kërrus
Λεξικό:
ουκρανικά
Μεταφράσεις:
вітер, завести, заводити, навертати, нахил, повертати, вигин, закрут, звивистість, згин, згинання, обмотка, флексія, флексура, бант, вклонитися, згинати, зігнути, кривошип, лук, складати, складка, скласти, схилятися, уклін, уклонитися
Λεξικό:
ρουμανική
Μεταφράσεις:
curbă
Λεξικό:
λευκορωσίας
Μεταφράσεις:
выгін, згібаць, згінаць
Λεξικό:
κροατικά
Μεταφράσεις:
umrijeti

Σχετικές λέξεις

σκύβω εκεί κάθε βράδυ, σκύβω english, σκύβω το κεφάλι, σκύβω και προσκυνώ το λείψανο σου ελλάδα, σκύβω στα αγγλικά