lexiko-gr.com Δωρεάν ηλεκτρονικό λεξικό γλώσσα.

ευχάριστος στα σουηδικά

Λέξη:
ευχάριστος (Αριθμός των γραμμάτων: 10)
Λεξικό:
ελληνικά-σουηδικά
Μεταφράσεις (19):
älskvärd, angenäm, behaglig, fin, gemytlig, god, hygglig, kär, ljuv, rar, snäll, sort, trevlig, vacker, vänlig, glädjande, hemtrevlig, skön, trivsam
Σχετικές λέξεις:
σουηδικά ευχάριστος, ευχάριστος συνωνυμο, ευχάριστος συνωνυμα, ευχάριστος ετυμολογια, ευχάριστος αγγλικα, ευχάριστος στα σουηδικά, älskvärd στα ελληνικά
ευχάριστος στα σουηδικά