lexiko-gr.com Δωρεάν ηλεκτρονικό λεξικό γλώσσα.

Κατάλογος των μεταφράσεων: σπρώχνω

Λεξικό:
αγγλικά
Μεταφράσεις:
dab, impose, push, crowd, doormat, hustle, impel, poke, shove, squeeze, stab, elbow, hitch, jog, joggle, jostle, prod, thrust, advance, jiggle, move, sashay, trek, deduct, discount, dock, recoup, slide, cram
σπρώχνω
Λεξικό:
τσεχική
Μεταφράσεις:
posunovat, šoupat, strčit, strkat, tlačit, uložit, vytlačit, hnát, pobídnout, postrkovat, šinout, pobízet, vbodnout, vniknout, vrazit, vystrčit, chodit, jít, navrhnout, navrhovat, pokračovat, pokročit, pokrok, postoupit, postup, postupovat, posun, posunout, povýšit, předložit, přimět, půjčit, uspíšit, záloha, dedukovat, odčítat, odečíst, odpočítat, slevit, srazit, vyvodit, vyvozovat, klouzat, napěchovat, pěchovat
Λεξικό:
γερμανικά
Μεταφράσεις:
aufgeladen, aufsetzen, schieben, stecken, stoßen, drängen, gleiten, rücken, weiterkommen, abschreiben, deduzieren, folgern, hineinstopfen, zwängen
Λεξικό:
δανική
Μεταφράσεις:
skubbe, støde, dytte, skæve
Λεξικό:
ισπανικά
Μεταφράσεις:
empujar, poner, apretar, impeler, meterse, impulsar, adelantar, avanzar, hacer, mover, progresar, atropellar, deducir, descontar, colar, hundir
Λεξικό:
γαλλικά
Μεταφράσεις:
appliquer, encocher, infliger, pousser, bousculer, crosser, enfoncer, impulser, solliciter, avancer, progresser, déduire, défalquer, heurter, coulisser, refouler
Λεξικό:
ιταλικά
Μεταφράσεις:
sospingere, spingere, gettare, ficcare, pigiare, spintonare, anticipo, avanzare, avanzata, filare, dedurre, detrarre
Λεξικό:
νορβηγικά
Μεταφράσεις:
knuffa, skubbe, dytte, skyve, knuffas, skri
Λεξικό:
ρωσικά
Μεταφράσεις:
наложить, настлать, толкать, пихать, подталкивать, двигать, подвигать, вычитать, отчислять, трогать, расталкивать, впихивать, всучивать, вталкивать, запихать
Λεξικό:
σουηδικά
Μεταφράσεις:
knuffa, skeve, knuffas, befordran, skrida
Λεξικό:
λευκορωσίας
Μεταφράσεις:
штурхаць, пхаць, пхнуць, соваць, соўгаць, цягнуць
Λεξικό:
εσθονική
Μεταφράσεις:
tõukama
Λεξικό:
φινλανδικά
Μεταφράσεις:
työntää, ajaa, lykätä, pukata, edistää, päätellä
Λεξικό:
κροατικά
Μεταφράσεις:
gurati
Λεξικό:
πορτογαλικά
Μεταφράσεις:
empurrar, impelir, pôr, impedir, adiantar, avançar, menear, mover, progredir, deduzir
Λεξικό:
πολωνική
Μεταφράσεις:
nałożyć, pchać, popychać, posuwać, potrącać, roztrącać, suwać, wpychać
Λεξικό:
ουγγρική
Μεταφράσεις:
lökdösődik, tolakodni, lökdös, elsodor, levon
Λεξικό:
ουκρανικά
Μεταφράσεις:
випрасувати, встановити, гуля, давити, заохочувати, здати, зіткнення, класти, надавити, натиснути, негайний, підказати, підказка, підказувати, покладати, покласти, поміщений, поставити, поштовх, поштовхи, прасувати, прес, преса, притулити, просувати, рівно, рухайте, рухати, складати, скласти, ставити, стимулювати, стиснути, сутичка, схиляти, терміновий, тиснути, точно, ударити, ударитися, швидкий, штовхати, штовхнути, притуляти, проставити, ворушити, ворушитися, ворушіння, двигати, збуджувати, збудити, посувати
Λεξικό:
αλβανικά
Μεταφράσεις:
rras

Σχετικές λέξεις

σπρώχνω συνώνυμα