lexiko-gr.com Δωρεάν ηλεκτρονικό λεξικό γλώσσα.

Κατάλογος των μεταφράσεων: συμπαγής

Λεξικό:
αγγλικά
Μεταφράσεις:
bushy, compact, dense, quickset, thick, thickset
συμπαγής
Λεξικό:
τσεχική
Μεταφράσεις:
celistvý, chundelatý, houština, hustě, hustý, hutný, kompaktní, početný, silný, stlačený, těžkopádný, tlustý, tupý
Λεξικό:
γερμανικά
Μεταφράσεις:
dicht, dick, kompakt, stark
Λεξικό:
δανική
Μεταφράσεις:
kompakt, sig, tæt, tyk, tykke
Λεξικό:
ισπανικά
Μεταφράσεις:
apretado, compacto, concreto, denso, espeso, grueso, tupido
Λεξικό:
γαλλικά
Μεταφράσεις:
compact, concret, dense, dru, épais, fourni, fourré, hirsute, luxuriant, pâteux, serré, touffu
Λεξικό:
ιταλικά
Μεταφράσεις:
compatto, denso, fitto, folto, grosso, sodo, spesso
Λεξικό:
νορβηγικά
Μεταφράσεις:
kompakt, seig, tært, tett, tykk
Λεξικό:
ρωσικά
Μεταφράσεις:
густ, густой, дремучий, плотен, плотный, толстый, компактен, компактный
Λεξικό:
σουηδικά
Μεταφράσεις:
tät, tett, tjock
Λεξικό:
λευκορωσίας
Μεταφράσεις:
грубы, густы, шчыльны
Λεξικό:
εσθονική
Μεταφράσεις:
paks
Λεξικό:
φινλανδικά
Μεταφράσεις:
paksu, sakea, sankka, taaja, takkuinen, tiheä, tuuhea
Λεξικό:
ουγγρική
Μεταφράσεις:
bozontos, busa, sűrű, vastag
Λεξικό:
λιθουανική
Μεταφράσεις:
storas, tankus, tirštas
Λεξικό:
πορτογαλικά
Μεταφράσεις:
apertado, basto, cena, cerrado, compacto, denso, espesso, frondoso, grosso, pastoso
Λεξικό:
σλοβακική
Μεταφράσεις:
hustý, kompaktný
Λεξικό:
ουκρανικά
Μεταφράσεις:
бархатистий, близький, близько, великодушний, густий, густій, густої, густою, добрий, завершення, закривати, закрити, закриття, зачинити, зачиняти, компактний, кущистий, масивний, масований, мутний, огрядний, послідовний, рясний, рясній, рясної, рясною, стійкий, твердий, цупкий, щедрий, щільний
Λεξικό:
πολωνική
Μεταφράσεις:
gęsty, kompaktowy

Σχετικές λέξεις

συμπαγής πόλη, συμπαγής χώρος, συμπαγής συνώνυμα, συμπαγής όζος θυρεοειδούς, συμπαγήσ λαμπτήρασ φθορισμού, συμπαγής όζος, συμπαγήσ δίσκοσ, συμπαγής όγκος, συμπαγής εξεργασία, συμπαγής κύστη ωοθήκης