lexiko-gr.com Δωρεάν ηλεκτρονικό λεξικό γλώσσα.

Κατάλογος των μεταφράσεων: συνεργασία

Λεξικό:
αγγλικά
Μεταφράσεις:
collaboration, contribution, cooperation, co-operation, interoperability, liaison, teamwork
συνεργασία
Λεξικό:
τσεχική
Μεταφράσεις:
kolaborace, spolupráce, kooperace, součinnost
Λεξικό:
γερμανικά
Μεταφράσεις:
zusammenarbeit, beitrag, kooperation, mitarbeit, mitwirkung
Λεξικό:
ισπανικά
Μεταφράσεις:
colaboración, colaboracionismo, cooperación
Λεξικό:
γαλλικά
Μεταφράσεις:
collaboration, coopération
Λεξικό:
ιταλικά
Μεταφράσεις:
collaborazione, cooperazione
Λεξικό:
ρωσικά
Μεταφράσεις:
коллаборационизм, сотрудничество
Λεξικό:
σουηδικά
Μεταφράσεις:
kollaboration, kooperation, samarbete
Λεξικό:
φινλανδικά
Μεταφράσεις:
yhteistyö
Λεξικό:
σλοβακική
Μεταφράσεις:
spolupráca
Λεξικό:
πολωνική
Μεταφράσεις:
kolaboracja, współpraca
Λεξικό:
δανική
Μεταφράσεις:
samarbejde
Λεξικό:
νορβηγικά
Μεταφράσεις:
kooperasjon, samarbeid
Λεξικό:
βουλγαρικά
Μεταφράσεις:
сътрудничество
Λεξικό:
λευκορωσίας
Μεταφράσεις:
супрацоўніцтва
Λεξικό:
εσθονική
Μεταφράσεις:
koostöö
Λεξικό:
ουγγρική
Μεταφράσεις:
együttműködés
Λεξικό:
πορτογαλικά
Μεταφράσεις:
cooperariam
Λεξικό:
ουκρανικά
Μεταφράσεις:
вклад, внесок, кооперація, партнерство, співпрацю, співпраця, співробітництво, товариство, участь

Σχετικές λέξεις

συνεργασία συνώνυμα, συνεργασία πολιτών για δημοκρατική μαχητική αυτοδιοίκηση, συνεργασία πολιτών καισαριανής, συνεργασία 2011, συνεργασία αγγλικά, συνεργασία πολιτών γρεβενών, συνεργασία πολιτών, συνεργασία αντωνυμο, συνεργασία 2011 γγετ, συνεργασία μετάφραση στα αγγλικά