lexiko-gr.com Δωρεάν ηλεκτρονικό λεξικό γλώσσα.

Κατάλογος των μεταφράσεων: τακτοποιώ

Λεξικό:
αγγλικά
Μεταφράσεις:
arrange, compose, order, readjust, routine, settle, straighten, straightened, tidy, trim, trimness, cast, clump, collocate, file, stipulate, transact, adjust, fix, rearrange, regularize, sort, straight, furnish, institute, mount, nestle, organize, plant, dispatch, negotiate
τακτοποιώ
Λεξικό:
τσεχική
Μεταφράσεις:
nařídit, narovnat, pořádat, poupravit, přikázat, rozkazovat, seřadit, sjednat, upravit, upravovat, urovnat, uspořádat, vyřídit, zařídit, zařizovat, zprostředkovat, dávat, hromadit, lít, naházet, nahromadit, sázet, srovnat, stavět, uložit, umístit, vyjednávat, založit, zařadit, očistit, přizpůsobit, řadit, rovnat, sjednotit, stanovit, uklidit, uklízet, nasadit, nastrčit, organizovat, posadit, postavit, sestavit, umísťovat, vybavit, vybavovat, zavést, vystrojit, proplatit
Λεξικό:
γερμανικά
Μεταφράσεις:
anordnen, befehlen, einordnen, ordnen, aufsetzen, auseinandersetzen, legen, unterhandeln, verhandeln, zurechtlegen, angeordnet, eingestuft, herrichten, zurechtmachen, arrangieren, aufbauen, aufmachen, einrichten, veranstalten, zurechtzulegen, abfertigen, abtun, besorgen, erledigen, handhaben, verrichten
Λεξικό:
δανική
Μεταφράσεις:
befale, ordne, forhandle, arrangere, møblers
Λεξικό:
ισπανικά
Μεταφράσεις:
ajustar, arreglar, concertar, coordinar, desenredar, disponer, enderezar, ordenar, regular, componer, poner, tejer, organizar, despachar
Λεξικό:
γαλλικά
Μεταφράσεις:
agencer, aménager, arranger, caser, classer, goupiller, ordonner, rajuster, rassembler, arrange, arrimer, combiner, disposer, embroncher, enchevaucher, entasser, mettre, pactiser, parlementer, pyramider, ranger, recomposer, symétriser, transiger, approprier, débrouiller, nettoyer, range, accommoder, installer, ménager, organiser, ajuster, concerter, expédier, procurer, régler
Λεξικό:
ιταλικά
Μεταφράσεις:
assettare, comandare, combinare, ordinare, riaggiustare, sistemare, acconciare, patteggiare, aggiustare, riordinare, arredare, impiantare, organizzare, accomodare, conciliare, provvedere, sbrigare
Λεξικό:
νορβηγικά
Μεταφράσεις:
befale, greie, ordne, forhandle, ordna, arrangere, innrette, anlegge, anordna, møblers, avfatta, hand
Λεξικό:
ρωσικά
Μεταφράσεις:
приказывать, юстировать, слагать, укладывать, улаживать, упорядочить, благоустраивать, организовать, справлять, устраивать, уложить, делать
Λεξικό:
φινλανδικά
Μεταφράσεις:
järjestää, käskeä, koota, määrätä, asentaa, asettaa, sisustaa
Λεξικό:
κροατικά
Μεταφράσεις:
urediti, prilagoditi
Λεξικό:
πορτογαλικά
Μεταφράσεις:
arranjar, arrumar, endereçar, mandar, ordenar, prescrever, poder, arregala, organizar, arrancar, despachar
Λεξικό:
ρουμανική
Μεταφράσεις:
aranja
Λεξικό:
πολωνική
Μεταφράσεις:
porządkować, układać, uporządkować, urządzać, ułożyć, załatwiać
Λεξικό:
σουηδικά
Μεταφράσεις:
ordna, anordna, anställa, etablera, möblera, avfatta, ställa, hand
Λεξικό:
ουγγρική
Μεταφράσεις:
alakul, lefektetni, rakosgat, rendezni, elrendezni, intézni
Λεξικό:
εσθονική
Μεταφράσεις:
paigaldama

Σχετικές λέξεις

τακτοποιώ ονειροκρίτης, τακτοποιώ αγγλικα, τακτοποιώ λεξικο, τακτοποιώ συνώνυμο