lexiko-gr.com Δωρεάν ηλεκτρονικό λεξικό γλώσσα.

Κατάλογος των μεταφράσεων: τόξο

Λεξικό:
αγγλικά
Μεταφράσεις:
bow, hoop, hatch, hatchway, skylight, fiddlestick
τόξο
Λεξικό:
τσεχική
Μεταφράσεις:
luk, oblouk, smyčec, světlík
Λεξικό:
γερμανικά
Μεταφράσεις:
bogen, bügel, dachfenster, luke
Λεξικό:
δανική
Μεταφράσεις:
bue
Λεξικό:
ισπανικά
Μεταφράσεις:
arco, escotilla
Λεξικό:
γαλλικά
Μεταφράσεις:
arc, archet, pontet, lucarne
Λεξικό:
ιταλικά
Μεταφράσεις:
archetto, arco, lucernario
Λεξικό:
νορβηγικά
Μεταφράσεις:
bue
Λεξικό:
ρωσικά
Μεταφράσεις:
лука, поклон, скоба
Λεξικό:
εσθονική
Μεταφράσεις:
vibu, kaar
Λεξικό:
φινλανδικά
Μεταφράσεις:
jousi, kaari, holvi, käyrä
Λεξικό:
ουγγρική
Μεταφράσεις:
csónakdaru, íj, ívvonalzó, vonó, vonóhúzás, ív
Λεξικό:
λιθουανική
Μεταφράσεις:
lankas, arka
Λεξικό:
πορτογαλικά
Μεταφράσεις:
arco
Λεξικό:
ρουμανική
Μεταφράσεις:
arc
Λεξικό:
πολωνική
Μεταφράσεις:
kabłąk, luk, smyczek
Λεξικό:
βουλγαρικά
Μεταφράσεις:
дъга
Λεξικό:
λευκορωσίας
Μεταφράσεις:
люк, арка, дуга
Λεξικό:
ουκρανικά
Μεταφράσεις:
висиджувати, висидіти, вікно, лаз, люк, мерлуза, арка, бант, вигинати, вигнути, вістря, вклонитися, дуга, квадрант, кланятися, край, лезо, лук, склепіння, схилятися, уклін, уклонитися
Λεξικό:
σλοβακική
Μεταφράσεις:
luk

Σχετικές λέξεις

τόξο εφαπτομένης, τόξο αγορά, τόξο κύκλου, τόξο εφαπτομένης (arctan), τόξο παιχνίδια, τόξο τιμή, τόξο της ηπείρου, τόξο εφαπτομένης τυπος, τόξο πιερίας, τόξο κυνηγιού