lexiko-gr.com Δωρεάν ηλεκτρονικό λεξικό γλώσσα.

Κατάλογος των μεταφράσεων: χρησιμοποιώ

Λεξικό:
αγγλικά
Μεταφράσεις:
advancing, advantage, avail, behalf, benefit, employ, expedience, expediency, gain, good, profit, service, stead, use, exercise, adhere, administer, apply, comply, harnessing, operation, usage, utilization, enjoy, exert, abuse, leverage, practise, stretch, utilize
χρησιμοποιώ
Λεξικό:
τσεχική
Μεταφράσεις:
použít, používat, přednost, převaha, prospěch, upotřebit, užít, užitek, výdělek, výhoda, využít, využívat, zájem, zisk, prospívat, spotřebovat, užívat, aplikovat, podat, praxe, přiložit, řídit, spravovat, vést, vykonávat, zaměstnat, zaměstnávat, zvyk, použití, používání, provoz, upotřebení, užití, užívání, využití, zužitkování, cvik, vynaložit, provozovat, zneužít, zneužívat, zužitkovat
Λεξικό:
γερμανικά
Μεταφράσεις:
gewinn, interesse, nutzen, verdienst, vorteil, anwenden, benutzen, profitieren, verwenden, anlegen, befolgen, verwalten, zutreffen, anwendung, benutzung, gebrauch, nutzung, verwendung, brauchen, einsetzen, gebrauchen, genießen, ausnutzen, auswerten
Λεξικό:
δανική
Μεταφράσεις:
benytte, bruge, fordel, fortjeneste, fortrin, gevinst, nytte, profitere, administrere, antydning, tilbringe, anvendelse, benyttelse, brug, drift, anvende, udbytte, udnytte
Λεξικό:
ισπανικά
Μεταφράσεις:
beneficio, emplear, fruta, ganancia, ganar, interés, logro, lucro, pro, provecho, rendimiento, usar, utilizar, ventaja, zumo, aprovechar, disfrutar, gozar, administrar, aplicar, atenerse, guardar, practicar, explotación, uso, utilización, estilar, abusar
Λεξικό:
γαλλικά
Μεταφράσεις:
avantage, bénéfice, émolument, gain, intérêt, lucre, profit, utiliser, bénéficier, jouir, profiter, user, administrer, appliquer, convenir, employer, pratique, pratiquer, exploitation, jouissance, usufruit, utilisation, exploiter
Λεξικό:
ιταλικά
Μεταφράσεις:
adoperare, beneficio, convenienza, favore, giovamento, guadagno, profitto, tornaconto, usare, uso, utile, utilizzare, vantaggio, approfittare, beneficiare, profittare, usufruire, amministrare, applicare, impiegare, godimento, utilizzazione, pratica, sfruttare
Λεξικό:
νορβηγικά
Μεταφράσεις:
avanse, benytte, bruke, fordel, fortjeneste, fortrinn, gagn, gevinst, nytta, nytte, profitt, utbyte, utbytte, vinning, vinst, administrere, ansette, antydning, etterkomme, vatna, anvendelse, benyttelse, bruk, drift, anvende, bruka, utnytte
Λεξικό:
ρωσικά
Μεταφράσεις:
выгода, выигрыш, использовать, корысть, польза, преимущество, прибыль, пользовать, применять, использование, пользование, употреблять
Λεξικό:
σουηδικά
Μεταφράσεις:
användande, avanser, båtnad, behållning, förmån, fortrinn, gagn, nytta, profit, utbyte, utnyttjande, vinning, vinst, använda, efterkomma, efterleva, förvalta, nyttja, tillämpa, vana, begagna, bruka, bruket
Λεξικό:
αλβανικά
Μεταφράσεις:
dobi, fitim, zbatoj
Λεξικό:
βουλγαρικά
Μεταφράσεις:
печалба
Λεξικό:
λευκορωσίας
Μεταφράσεις:
выгада, карысць, прыстасоўваць, скарыстоўваць, ужываць, выкарыстаць, выкарыстоўваць, скарыстаць, ужыць
Λεξικό:
εσθονική
Μεταφράσεις:
eelis, kasutama, kasutamine
Λεξικό:
φινλανδικά
Μεταφράσεις:
edullisuus, etu, etuus, hyöty, käytellä, käyttää, voitto, hyötyä, harjoittaa, panna, sovelluttaa, käyttäminen, käyttö, nautinta
Λεξικό:
κροατικά
Μεταφράσεις:
dobit, dobitak, interes, profit, upravljati
Λεξικό:
ουγγρική
Μεταφράσεις:
előny, haszon, nyereség, alkalmazni, használat, haszonélvezet, üzemeltetés, használni, felhasználni, kihasználni
Λεξικό:
λιθουανική
Μεταφράσεις:
nauda, naudoti, pelnas
Λεξικό:
πορτογαλικά
Μεταφράσεις:
beneficio, benefício, empregar, ganância, ganho, logro, lucrar, lucro, proveito, usar, utilizar, vantagem, ventara, administrar, aplicar, emplumar, uso, utilizaria, instrumentalizar, abusar
Λεξικό:
ρουμανική
Μεταφράσεις:
avantaj, beneficiu, folos, profit, profita, aplica
Λεξικό:
σλοβακική
Μεταφράσεις:
prospech
Λεξικό:
ουκρανικά
Μεταφράσεις:
вигода, відсоток, зиск, зручність, користь, прибуток, процентний, рахунок, ввести, вводити, вживати, вжити, використати, використовувати, відрекомендувати, застосовувати, застосувати, застосуйте, застосуйтеся, знайомити, познайомити, практикувати, практикуватися, прикласти, рекомендувати, ставити, передбачати, передбачити, передбачте, передчувати, сподіватися, чекати
Λεξικό:
πολωνική
Μεταφράσεις:
korzyść, korzystać, stosować, użytkowanie, używać, wykorzystywać

Σχετικές λέξεις

χρησιμοποιώ συνώνυμα, χρησιμοποιώ κλίση, χρησιμοποιώ προστακτική, χρησιμοποιώ modern greek verbs, χρησιμοποιώ στα αγγλικά, χρησιμοποιώ αγγλικά, χρησιμοποιώ conjugation, χρησιμοποιώ λεξικό, ρήμα χρησιμοποιώ