lexiko-gr.com Δωρεάν ηλεκτρονικό λεξικό γλώσσα.

συγκροτώ στα δανική

Λέξη:
συγκροτώ (Αριθμός των γραμμάτων: 8)
Λεξικό:
ελληνικά-δανική
Μεταφράσεις (14):
danne, digte, form, forme, frembringe, gestalt, komponere, konstruere, lage, nominere, nummer, producere, stifte, uddanne
Σχετικές λέξεις:
δανική συγκροτώ, συγκροτώ συνώνυμο, συγκροτώ συνώνυμα, συγκροτώ english, συγκροτώ στα δανική, danne στα ελληνικά
συγκροτώ στα δανική