lexiko-gr.com Δωρεάν ηλεκτρονικό λεξικό γλώσσα.

Κατάλογος των μεταφράσεων: ανώτερος

Λεξικό:
αγγλικά
Μεταφράσεις:
paramount, primary, superior, supreme
ανώτερος
Λεξικό:
τσεχική
Μεταφράσεις:
hořejší, lepší, nadřízený, představený, vrchní, vyšší
Λεξικό:
γερμανικά
Μεταφράσεις:
oberer, übergeordnet, übergeordneter, überlegen, vorgesetzte, vorsteher
Λεξικό:
ισπανικά
Μεταφράσεις:
superior, jefe, soberano
Λεξικό:
γαλλικά
Μεταφράσεις:
supérieur, chef, préposé
Λεξικό:
ιταλικά
Μεταφράσεις:
superiore
Λεξικό:
ρωσικά
Μεταφράσεις:
вышестоящий, начальник
Λεξικό:
σουηδικά
Μεταφράσεις:
överordnad
Λεξικό:
φινλανδικά
Μεταφράσεις:
esimies
Λεξικό:
κροατικά
Μεταφράσεις:
viši
Λεξικό:
ουγγρική
Μεταφράσεις:
felettes
Λεξικό:
πορτογαλικά
Μεταφράσεις:
superior
Λεξικό:
πολωνική
Μεταφράσεις:
nadrzędny, zwierzchnik
Λεξικό:
δανική
Μεταφράσεις:
chef, forstander
Λεξικό:
νορβηγικά
Μεταφράσεις:
foresatt, forstander

Σχετικές λέξεις

ανώτερος εαυτός, ανώτερος ταξιάρχης τάγματος του φοίνικα, ανώτερος ταξιάρχης του τάγματος της τιμής, ανώτερος συνώνυμα, ανώτερος κινητικός νευρώνας, ανώτερος λειτουργός, ανώτεροσ κλήροσ, ανώτερος άνθρωπος, ανώτερος αγγελικός εαυτός, ανώτερος νους