lexiko-gr.com Δωρεάν ηλεκτρονικό λεξικό γλώσσα.

Κατάλογος των μεταφράσεων: συναντώ

Λεξικό:
αγγλικά
Μεταφράσεις:
encounter, appointment, caucus, clandestine, engagement, event, get-together, meeting, rendezvous, befall, forgather, meet
συναντώ
Λεξικό:
τσεχική
Μεταφράσεις:
potkání, potkávat, setkání, střetnutí, boj, schůzka, spojení
Λεξικό:
γερμανικά
Μεταφράσεις:
begegnen, treffen, zusammenkommen, begegnung, rendezvous, stelldichein, termin, verabredung, zusammenkunft, betreffen, zusammentreffen
Λεξικό:
δανική
Μεταφράσεις:
møde, mønter, træffe, aftale, landskamp, sammenkomst, forsamles
Λεξικό:
ισπανικά
Μεταφράσεις:
encontrar, encontrarse, encuentro, hallar, cita, mitin, reunión, ver
Λεξικό:
γαλλικά
Μεταφράσεις:
rencontrer, abouchement, entrevue, rencontre, rendez-vous, réunir
Λεξικό:
ιταλικά
Μεταφράσεις:
incontrare, incontro, scontro, appuntamento, convegno, ritrovo, convenire, ritrovare, trovarsi
Λεξικό:
νορβηγικά
Μεταφράσεις:
møte, møter, avtale, gjensyn, landskamp, sammenkomst, sammentreff, mote, treffe
Λεξικό:
ρωσικά
Μεταφράσεις:
встречать, встреча, свидание, собрание, столкновение
Λεξικό:
σουηδικά
Μεταφράσεις:
möte, möter, ämbete, återseende, sammankomst, träff
Λεξικό:
αλβανικά
Μεταφράσεις:
takoj, takim
Λεξικό:
φινλανδικά
Μεταφράσεις:
kohtaus, tapaaminen, tavata
Λεξικό:
κροατικά
Μεταφράσεις:
susret, sastanak
Λεξικό:
ουγγρική
Μεταφράσεις:
találkozás, értekezlet, megbeszélés, parti, találkozó, összetalálkozik, találkozgat, találkozni
Λεξικό:
λιθουανική
Μεταφράσεις:
susitikimas
Λεξικό:
πορτογαλικά
Μεταφράσεις:
achar, encontrar, encontrares, encontro, cita, emitia, entrevista
Λεξικό:
πολωνική
Μεταφράσεις:
napotykać, spotkanie, spotykać
Λεξικό:
λευκορωσίας
Μεταφράσεις:
спатканне, сустрэча
Λεξικό:
εσθονική
Μεταφράσεις:
kohtamine, kohtumine, kohtuma
Λεξικό:
σλοβενική
Μεταφράσεις:
sestanek
Λεξικό:
ουκρανικά
Μεταφράσεις:
вітання, діяльність, заняття, заручення, засідання, збори, зібрання, змагання, зустріти, зустріч, зустрічати, конкуренція, конкурс, конкурсний, мітинг, одержання, отримання, отримання-разом, період, побачення, поклін, посада, привітання, призначення, прийом, раз, спіткання, сутичка

Σχετικές λέξεις

συναντώ συνώνυμα, συναντώ ετυμολογία, συναντώ κλίση, συναντώ στα γαλλικά, συναντώ στα αγγλικα, συναντώ ιταλικά, συναντώ conjugation, συναντώ συναντάς, συναντώ μετάφραση, συναντώ αγγλικα