lexiko-gr.com Δωρεάν ηλεκτρονικό λεξικό γλώσσα.

Κατάλογος των μεταφράσεων: εξέταση

Λεξικό:
αγγλικά
Μεταφράσεις:
analysis, assay, check-up, enquiry, exam, examination, exploration, inquest, inquiry, inquisition, investigation, research, scrutiny, searching, study, trial, vetting, test, audition, auditioned, auditioning, hearing, interrogation, interrogatory, interview
εξέταση
Λεξικό:
τσεχική
Μεταφράσεις:
anketa, bádání, hledání, kontrola, ohledání, ověření, pátrání, pokus, prohlídka, průzkum, rozbor, šetření, studie, studium, studovna, učení, vyhledávání, vyšetření, vyšetřování, výslech, vyzkoušení, výzkum, zkoumání, zkouška, poslech, poslouchání, slyšení
Λεξικό:
γερμανικά
Μεταφράσεις:
erhebung, examen, forschung, probe, prüfung, studie, studium, suche, untersuchung, versuch, gehör, verhöhnung, verhör
Λεξικό:
δανική
Μεταφράσεις:
eksamen, forhør, forskning, forsøg, granskning, prøve, prøvning, studie, undersøgelse, provo, skrivning, hørelse
Λεξικό:
ισπανικά
Μεταφράσεις:
encuesta, ensayo, escrutinio, examen, exploración, indagación, interrogatorio, investigación, juicio, observación, prueba, reconocimiento, audiencia, oído
Λεξικό:
γαλλικά
Μεταφράσεις:
enquête, essai, étude, examen, expertise, exploration, interrogatoire, investigation, observation, recherche, sondage, test, vérification, visite, baccalauréat, épreuve, interrogation, audition
Λεξικό:
ιταλικά
Μεταφράσεις:
analisi, assaggio, collaudo, esame, esperimento, esplorazione, inchiesta, indagine, investigazione, prova, ricerca, richiesta, saggio, studio, visita, cimento, provino, audizione, interrogatorio
Λεξικό:
νορβηγικά
Μεταφράσεις:
eksamen, etterforskning, forhør, forskning, forsøk, gransking, granskning, legeundersøkelse, prøve, prøvning, studie, undersøkelse, utredning, prov, skrivning
Λεξικό:
ρωσικά
Μεταφράσεις:
изучение, испытание, исследование, освидетельствование, пробный, экзамен, экзаменационный, допрашивание, допрос, прослушивание
Λεξικό:
σουηδικά
Μεταφράσεις:
efterforskning, forskning, granskning, prövning, recherch, utredning, examen, prov, skrivning, förhör, utfrågning
Λεξικό:
αλβανικά
Μεταφράσεις:
gjurmim, provë
Λεξικό:
βουλγαρικά
Μεταφράσεις:
изследване, слух
Λεξικό:
εσθονική
Μεταφράσεις:
eksam, uurimine, uuring, kuulmine
Λεξικό:
φινλανδικά
Μεταφράσεις:
harjoitelma, katsastus, koe, kysely, tarkastelu, tiedustelu, tutkimus, tutkinta, koetus, tutkinto, kuulustelu, kyseleminen
Λεξικό:
κροατικά
Μεταφράσεις:
ispit, istraživanje
Λεξικό:
ουγγρική
Μεταφράσεις:
kutatás, tanulás, tanulmányozás, vizsgálás, vizsgálat, kollokvium, vizsga, hallás, meghallgatás
Λεξικό:
λιθουανική
Μεταφράσεις:
analizė, egzaminas, klausa
Λεξικό:
πορτογαλικά
Μεταφράσεις:
análise, encesta, esforço, exame, experiência, inquérito, investigação, pesquisa, proba, prova, sindicância, teste, exames, audiência
Λεξικό:
ρουμανική
Μεταφράσεις:
birou
Λεξικό:
πολωνική
Μεταφράσεις:
badanie, egzamin, egzaminacyjny, przesłuchanie
Λεξικό:
σλοβακική
Μεταφράσεις:
skúška
Λεξικό:
ουκρανικά
Μεταφράσεις:
вивчення, дослідження, екзамен, експертиза, іспит, обстеження, допит, запитання, прослухування, слухання
Λεξικό:
λευκορωσίας
Μεταφράσεις:
допыт, праслухванне

Σχετικές λέξεις

εξέταση ούρων, εξέταση crp, εξέταση β χοριακής, εξέταση doppler, εξέταση προστάτη, εξέταση β επιπέδου, εξέταση αίματος, εξέταση psa, εξέταση καμπύλης σακχάρου, εξέταση mantoux