lexiko-gr.com Δωρεάν ηλεκτρονικό λεξικό γλώσσα.

αντίρρηση στα νορβηγικά

Λέξη:
αντίρρηση (Αριθμός των γραμμάτων: 9)
Λεξικό:
ελληνικά-νορβηγικά
Μεταφράσεις (8):
innvending, avstyrkan, innsigelse, motstand, protest, bebreidelse, selvbebreidelse, todel
Σχετικές λέξεις:
νορβηγικά αντίρρηση, αντίρρηση συνώνυμο, αντίρρηση συνείδησης, αντίρρηση σημασία, αντίρρηση ετυμολογία, αντίρρηση english, αντίρρηση στα νορβηγικά, innvending στα ελληνικά
αντίρρηση στα νορβηγικά