lexiko-gr.com Δωρεάν ηλεκτρονικό λεξικό γλώσσα.

συμφωνία στα αγγλικά

Λέξη:
συμφωνία (Αριθμός των γραμμάτων: 8)
Λεξικό:
ελληνικά-αγγλικά
Μεταφράσεις (79):
acceptance, accommodation, accord, accordance, acquiescence, agreement, alignment, approval, arrangement, array, assent, assenting, bargain, bargaining, bet, bilateral, chord, circuit, coherence, coherency, coincidence, communication, compatibility, complex, compliance, compromise, concert, concord, concordance, concurrence, concurrency, configuration, conformance, conformity, congruence, congruity, connivance, consensus, consent, consistence, consistency, consonance, contract, convention, correspondence, covenant, deal, dialogue, dispensation, engagement, entente, go-ahead, harmony, indenture, keeping, layout, make-up, makeup, negotiation, network, okay, oneness, ordination, pact, permission, protection, rapport, reconcilement, reconciliation, selling, settlement, stipulation, sympathy, symphony, system, treaty, understanding, unison, willingness
Σχετικές λέξεις:
αγγλικά συμφωνία, συμφωνία του μονάχου, συμφωνία του λιβάνου, συμφωνία της καζέρτας, συμφωνία της γιάλτας, συμφωνία συνώνυμα, συμφωνία στα αγγλικά, acceptance στα ελληνικά
συμφωνία στα αγγλικά