lexiko-gr.com Δωρεάν ηλεκτρονικό λεξικό γλώσσα.

Κατάλογος των μεταφράσεων: δεκτικός

Λεξικό:
αγγλικά
Μεταφράσεις:
liable, pliable, receptive, subject, supple, susceptible, vulnerable
δεκτικός
Λεξικό:
τσεχική
Μεταφράσεις:
jedinec, námět, ohebný, osoba, poddajný, poddaný, podmět, poslušný, předmět, téma
Λεξικό:
γερμανικά
Μεταφράσεις:
empfänglich, empfindlich, nachgiebig
Λεξικό:
δανική
Μεταφράσεις:
emne, tema
Λεξικό:
ισπανικά
Μεταφράσεις:
flexible, receptivo, susceptible, susceptivo
Λεξικό:
γαλλικά
Μεταφράσεις:
flexible, obéissant, réceptif, sujet, susceptible
Λεξικό:
ιταλικά
Μεταφράσεις:
argomento, flessibile, materia, soggetto, suddito
Λεξικό:
νορβηγικά
Μεταφράσεις:
bøyelig, emne, mottagelig, mottaglig
Λεξικό:
ρωσικά
Μεταφράσεις:
восприимчивый, гибкий, податлив, податливый
Λεξικό:
σουηδικά
Μεταφράσεις:
eftergiven, mottaglig
Λεξικό:
φινλανδικά
Μεταφράσεις:
arka
Λεξικό:
ουγγρική
Μεταφράσεις:
állampolgár
Λεξικό:
πορτογαλικά
Μεταφράσεις:
flexione, receptivo
Λεξικό:
πολωνική
Μεταφράσεις:
podatny

Σχετικές λέξεις

δεκτικός συνώνυμο, δεκτικόσ καταβολήσ, δεκτικός λόγος, δεκτικός μεταφραση, δεκτικός αγγλικά, δεκτικός συνώνυμα