lexiko-gr.com Δωρεάν ηλεκτρονικό λεξικό γλώσσα.

Κατάλογος των μεταφράσεων: μεσολάβηση

Λεξικό:
αγγλικά
Μεταφράσεις:
interference, intervention, instance, intercession
μεσολάβηση
Λεξικό:
τσεχική
Μεταφράσεις:
intervence, intervenování, zakročení, zákrok, zásah, zasahování, přímluva
Λεξικό:
γερμανικά
Μεταφράσεις:
eingreifen, eingriff, einmischung, zugriff, intervention, fürsprache
Λεξικό:
ισπανικά
Μεταφράσεις:
ingerencia, injerencia, intervención
Λεξικό:
γαλλικά
Μεταφράσεις:
ingérence, intervention, interposition, intercession
Λεξικό:
ιταλικά
Μεταφράσεις:
intervento, intromissione
Λεξικό:
νορβηγικά
Μεταφράσεις:
innblanding, inngrep, intervensjon, mellomkomst, forbønn
Λεξικό:
ρωσικά
Μεταφράσεις:
вмешательство, интервенция, заступничество
Λεξικό:
λευκορωσίας
Μεταφράσεις:
умяшанне, заступніцтва
Λεξικό:
κροατικά
Μεταφράσεις:
intervencija
Λεξικό:
ουγγρική
Μεταφράσεις:
beavatkozás, intervenció
Λεξικό:
πορτογαλικά
Μεταφράσεις:
ingerência, intervencionismo
Λεξικό:
ουκρανικά
Μεταφράσεις:
втручання, інтервенція, перешкода, посередництво, утручання, штовхання, заступництво, клопотання, шефство
Λεξικό:
πολωνική
Μεταφράσεις:
ingerencja, interwencja, wstawiennictwo
Λεξικό:
σλοβακική
Μεταφράσεις:
zásah
Λεξικό:
δανική
Μεταφράσεις:
forbøn

Σχετικές λέξεις

μεσολάβηση και διαιτησία, μεσολάβηση συνώνυμο, δικαστική μεσολάβηση, διαπολιτισμική μεσολάβηση