lexiko-gr.com Δωρεάν ηλεκτρονικό λεξικό γλώσσα.

Κατάλογος των μεταφράσεων: κεφαλαιοποιώ

Λεξικό:
αγγλικά
Μεταφράσεις:
capitalize
κεφαλαιοποιώ
Λεξικό:
τσεχική
Μεταφράσεις:
kapitalizovat
Λεξικό:
γερμανικά
Μεταφράσεις:
kapitalisieren
Λεξικό:
ισπανικά
Μεταφράσεις:
capitalizar
Λεξικό:
γαλλικά
Μεταφράσεις:
capitaliser
Λεξικό:
ιταλικά
Μεταφράσεις:
capitalizzare
Λεξικό:
ρωσικά
Μεταφράσεις:
капитализировать
Λεξικό:
λευκορωσίας
Μεταφράσεις:
капіталізаваць
Λεξικό:
πορτογαλικά
Μεταφράσεις:
capitalizar
Λεξικό:
ουκρανικά
Μεταφράσεις:
капіталізувати
Λεξικό:
πολωνική
Μεταφράσεις:
kapitalizować, skapitalizować