lexiko-gr.com Δωρεάν ηλεκτρονικό λεξικό γλώσσα.

τζάκι στα λευκορωσίας

Λέξη:
τζάκι (Αριθμός των γραμμάτων: 5)
Λεξικό:
ελληνικά-λευκορωσίας
Μεταφράσεις (5):
камін, асяродак, ачаг, ацепліванне, печ
Σχετικές λέξεις:
λευκορωσίας τζάκι, τζάκι χωρίς καμινάδα, τζάκι τσαν πεθανε, τζάκι τσαν, τζάκι σαμούν, τζάκι σαμου, τζάκι στα λευκορωσίας, камін στα ελληνικά
τζάκι στα λευκορωσίας