lexiko-gr.com Δωρεάν ηλεκτρονικό λεξικό γλώσσα.

δάσος στα νορβηγικά

Λέξη:
δάσος (Αριθμός των γραμμάτων: 5)
Λεξικό:
ελληνικά-νορβηγικά
Μεταφράσεις (4):
bor, barskog, skog, trevirke
Σχετικές λέξεις:
νορβηγικά δάσος, δάσος χαιδαρίου, δάσος φρακτού, δάσος φολόης, δάσος του ρούβα, δάσος συγγρού, δάσος στα νορβηγικά, bor στα ελληνικά
δάσος στα νορβηγικά